to improve, to make better
Πλήρης κλίση του ρήματος καλυτερεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καλυτερεύω
εσύ καλυτερεύεις
αυτός/αυτή/αυτό καλυτερεύει
εμείς καλυτερεύουμε
εσείς καλυτερεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά καλυτερεύουν / καλυτερεύουνε
Παρατατικός
εγώ καλυτέρευα
εσύ καλυτέρευες
αυτός/αυτή/αυτό καλυτέρευε
εμείς καλυτερεύαμε
εσείς καλυτερεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά καλυτέρευαν / καλυτερεύαν / καλυτερεύανε
Αόριστος
εγώ καλυτέρεψα / καλυτέρευσα
εσύ καλυτέρεψες / καλυτέρευσες
αυτός/αυτή/αυτό καλυτέρεψε / καλυτέρευσε
εμείς καλυτερέψαμε / καλυτερεύσαμε
εσείς καλυτερέψατε / καλυτερεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά καλυτέρεψαν / καλυτερέψαν / καλυτερέψανε / καλυτέρευσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καλυτερεύω
εσύ θα καλυτερεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καλυτερεύει
εμείς θα καλυτερεύουμε
εσείς θα καλυτερεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καλυτερεύουν / θα καλυτερεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καλυτερέψω / θα καλυτερεύσω
εσύ θα καλυτερέψεις / θα καλυτερεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καλυτερέψει / θα καλυτερεύσει
εμείς θα καλυτερέψουμε / θα καλυτερεύσουμε
εσείς θα καλυτερέψετε / θα καλυτερεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καλυτερέψουν / θα καλυτερέψουνε / θα καλυτερεύσουν / θα καλυτερεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να καλυτερέψω / καλυτερεύσω
εσύ να καλυτερέψεις / καλυτερεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καλυτερέψει / καλυτερεύσει
εμείς να καλυτερέψουμε / καλυτερεύσουμε
εσείς να καλυτερέψετε / καλυτερεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καλυτερέψουν / καλυτερέψουνε / καλυτερεύσουν / καλυτερεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω καλυτερέψει / καλυτερεύσει
εσύ έχεις καλυτερέψει / καλυτερεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καλυτερέψει / καλυτερεύσει
εμείς έχουμε καλυτερέψει / καλυτερεύσει
εσείς έχετε καλυτερέψει / καλυτερεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καλυτερέψει / καλυτερεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καλυτερέψει / καλυτερεύσει
εσύ είχες καλυτερέψει / καλυτερεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καλυτερέψει / καλυτερεύσει
εμείς είχαμε καλυτερέψει / καλυτερεύσει
εσείς είχατε καλυτερέψει / καλυτερεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καλυτερέψει / καλυτερεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καλυτερέψει / καλυτερεύσει
εσύ θα έχεις καλυτερέψει / καλυτερεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καλυτερέψει / καλυτερεύσει
εμείς θα έχουμε καλυτερέψει / καλυτερεύσει
εσείς θα έχετε καλυτερέψει / καλυτερεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καλυτερέψει / καλυτερεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) καλυτέρευε
(εσείς) καλυτερεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) καλυτέρεψε / καλυτέρευσε
(εσείς) καλυτερέψτε / καλυτερεύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
καλυτερεύοντας / έχοντας καλυτερέψει
Απαρέμφατο
καλυτερέψει / καλυτερεύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.