Κλίση του ρήματος καλοσκέφτομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

καλοσκέφτομαι
to think about, to think through, to think long and hard about
Πλήρης κλίση του ρήματος καλοσκέφτομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καλοσκέφτομαι
εσύ καλοσκέφτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό καλοσκέφτεται
εμείς καλοσκεφτόμαστε
εσείς καλοσκέφτεστε / καλοσκεφτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καλοσκέφτονται

Παρατατικός

εγώ καλοσκεφτόμουν / καλοσκεφτόμουνα
εσύ καλοσκεφτόσουν / καλοσκεφτόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό καλοσκεφτόταν / καλοσκεφτότανε
εμείς καλοσκεφτόμασταν / καλοσκεφτόμαστε
εσείς καλοσκεφτόσασταν / καλοσκεφτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καλοσκέφτονταν / καλοσκεφτόντουσαν

Αόριστος

εγώ καλοσκέφτηκα
εσύ καλοσκέφτηκες
αυτός/αυτή/αυτό καλοσκέφτηκε
εμείς καλοσκεφτήκαμε
εσείς καλοσκεφτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά καλοσκέφτηκαν / καλοσκεφτήκαν / καλοσκεφτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καλοσκέφτομαι
εσύ θα καλοσκέφτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα καλοσκέφτεται
εμείς θα καλοσκεφτόμαστε
εσείς θα καλοσκέφτεστε / θα καλοσκεφτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καλοσκέφτονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καλοσκεφτώ
εσύ θα καλοσκεφτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καλοσκεφτεί
εμείς θα καλοσκεφτούμε
εσείς θα καλοσκεφτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καλοσκεφτούν / θα καλοσκεφτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καλοσκεφτώ
εσύ να καλοσκεφτείς
αυτός/αυτή/αυτό να καλοσκεφτεί
εμείς να καλοσκεφτούμε
εσείς να καλοσκεφτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να καλοσκεφτούν / καλοσκεφτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καλοσκεφτεί
εσύ έχεις καλοσκεφτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει καλοσκεφτεί
εμείς έχουμε καλοσκεφτεί
εσείς έχετε καλοσκεφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καλοσκεφτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καλοσκεφτεί
εσύ είχες καλοσκεφτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε καλοσκεφτεί
εμείς είχαμε καλοσκεφτεί
εσείς είχατε καλοσκεφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καλοσκεφτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καλοσκεφτεί
εσύ θα έχεις καλοσκεφτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καλοσκεφτεί
εμείς θα έχουμε καλοσκεφτεί
εσείς θα έχετε καλοσκεφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καλοσκεφτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) καλοσκέφτεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) καλοσκέψου
(εσείς) καλοσκεφτείτε

Ονοματικοί τύποι

Απαρέμφατο (παθητικό)

καλοσκεφτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.