Κλίση του ρήματος καλμάρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

καλμάρω
to make calm, softer
Πλήρης κλίση του ρήματος καλμάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καλμάρω
εσύ καλμάρεις
αυτός/αυτή/αυτό καλμάρει
εμείς καλμάρουμε
εσείς καλμάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά καλμάρουν / καλμάρουνε

Παρατατικός

εγώ κάλμαρα / καλμάριζα
εσύ κάλμαρες / καλμάριζες
αυτός/αυτή/αυτό κάλμαρε / καλμάριζε
εμείς καλμάραμε
εσείς καλμάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά κάλμαραν / καλμάραν / καλμάρανε / καλμάριζαν

Αόριστος

εγώ κάλμαρα / καλμάρισα
εσύ κάλμαρες / καλμάρισες
αυτός/αυτή/αυτό κάλμαρε / καλμάρισε
εμείς καλμάραμε
εσείς καλμάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά κάλμαραν / καλμάραν / καλμάρανε / καλμάρισαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καλμάρω
εσύ θα καλμάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καλμάρει
εμείς θα καλμάρουμε
εσείς θα καλμάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καλμάρουν / θα καλμάρουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καλμάρω
εσύ θα καλμάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καλμάρει
εμείς θα καλμάρουμε
εσείς θα καλμάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καλμάρουν / θα καλμάρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καλμάρω
εσύ να καλμάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να καλμάρει
εμείς να καλμάρουμε
εσείς να καλμάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καλμάρουν / καλμάρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καλμάρει
εσύ έχεις καλμάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καλμάρει
εμείς έχουμε καλμάρει
εσείς έχετε καλμάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καλμάρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καλμάρει
εσύ είχες καλμάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καλμάρει
εμείς είχαμε καλμάρει
εσείς είχατε καλμάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καλμάρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καλμάρει
εσύ θα έχεις καλμάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καλμάρει
εμείς θα έχουμε καλμάρει
εσείς θα έχετε καλμάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καλμάρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κάλμαρε / κάλμα / καλμάριζε
(εσείς) καλμάρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κάλμαρε / κάλμα / καλμάρισε
(εσείς) καλμάρετε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

καλμάροντας / έχοντας καλμάρει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

καλμαρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

καλμάρει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.