to beautify, to make beautiful, to embellish
Πλήρης κλίση του ρήματος καλλωπίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καλλωπίζω
εσύ καλλωπίζεις
αυτός/αυτή/αυτό καλλωπίζει
εμείς καλλωπίζουμε
εσείς καλλωπίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά καλλωπίζουν / καλλωπίζουνε
Παρατατικός
εγώ καλλώπιζα
εσύ καλλώπιζες
αυτός/αυτή/αυτό καλλώπιζε
εμείς καλλωπίζαμε
εσείς καλλωπίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά καλλώπιζαν / καλλωπίζαν / καλλωπίζανε
Αόριστος
εγώ καλλώπισα
εσύ καλλώπισες
αυτός/αυτή/αυτό καλλώπισε
εμείς καλλωπίσαμε
εσείς καλλωπίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά καλλώπισαν / καλλωπίσαν / καλλωπίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καλλωπίζω
εσύ θα καλλωπίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καλλωπίζει
εμείς θα καλλωπίζουμε
εσείς θα καλλωπίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καλλωπίζουν / θα καλλωπίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καλλωπίσω
εσύ θα καλλωπίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καλλωπίσει
εμείς θα καλλωπίσουμε
εσείς θα καλλωπίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καλλωπίσουν / θα καλλωπίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να καλλωπίσω
εσύ να καλλωπίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καλλωπίσει
εμείς να καλλωπίσουμε
εσείς να καλλωπίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καλλωπίσουν / καλλωπίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω καλλωπίσει
εσύ έχεις καλλωπίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καλλωπίσει
εμείς έχουμε καλλωπίσει
εσείς έχετε καλλωπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καλλωπίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καλλωπίσει
εσύ είχες καλλωπίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καλλωπίσει
εμείς είχαμε καλλωπίσει
εσείς είχατε καλλωπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καλλωπίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καλλωπίσει
εσύ θα έχεις καλλωπίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καλλωπίσει
εμείς θα έχουμε καλλωπίσει
εσείς θα έχετε καλλωπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καλλωπίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) καλλώπιζε
(εσείς) καλλωπίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) καλλώπισε
(εσείς) καλλωπίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καλλωπίζομαι
εσύ καλλωπίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό καλλωπίζεται
εμείς καλλωπιζόμαστε
εσείς καλλωπίζεστε / καλλωπιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καλλωπίζονται
Παρατατικός
εγώ καλλωπιζόμουν / καλλωπιζόμουνα
εσύ καλλωπιζόσουν / καλλωπιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό καλλωπιζόταν / καλλωπιζότανε
εμείς καλλωπιζόμασταν / καλλωπιζόμαστε
εσείς καλλωπιζόσασταν / καλλωπιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καλλωπίζονταν / καλλωπιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ καλλωπίστηκα
εσύ καλλωπίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό καλλωπίστηκε
εμείς καλλωπιστήκαμε
εσείς καλλωπιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά καλλωπίστηκαν / καλλωπιστήκαν / καλλωπιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καλλωπίζομαι
εσύ θα καλλωπίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα καλλωπίζεται
εμείς θα καλλωπιζόμαστε
εσείς θα καλλωπίζεστε / θα καλλωπιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καλλωπίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καλλωπιστώ
εσύ θα καλλωπιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καλλωπιστεί
εμείς θα καλλωπιστούμε
εσείς θα καλλωπιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καλλωπιστούν / θα καλλωπιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να καλλωπιστώ
εσύ να καλλωπιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να καλλωπιστεί
εμείς να καλλωπιστούμε
εσείς να καλλωπιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να καλλωπιστούν / καλλωπιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω καλλωπιστεί
εσύ έχεις καλλωπιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει καλλωπιστεί
εμείς έχουμε καλλωπιστεί
εσείς έχετε καλλωπιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καλλωπιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καλλωπιστεί
εσύ είχες καλλωπιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε καλλωπιστεί
εμείς είχαμε καλλωπιστεί
εσείς είχατε καλλωπιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καλλωπιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καλλωπιστεί
εσύ θα έχεις καλλωπιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καλλωπιστεί
εμείς θα έχουμε καλλωπιστεί
εσείς θα έχετε καλλωπιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καλλωπιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) καλλωπίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) καλλωπίσου
(εσείς) καλλωπιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
καλλωπίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας καλλωπίσει
Μετοχή παρακειμένου
καλλωπισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
καλλωπίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
καλλωπιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.