Κλίση του ρήματος κακοποιώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κακοποιώ
to assault
Πλήρης κλίση του ρήματος κακοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κακοποιώ
εσύ κακοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό κακοποιεί
εμείς κακοποιούμε
εσείς κακοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά κακοποιούν / κακοποιούνε

Παρατατικός

εγώ κακοποιούσα
εσύ κακοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό κακοποιούσε
εμείς κακοποιούσαμε
εσείς κακοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κακοποιούσαν / κακοποιούσανε

Αόριστος

εγώ κακοποίησα
εσύ κακοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό κακοποίησε
εμείς κακοποιήσαμε
εσείς κακοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κακοποίησαν / κακοποιήσαν / κακοποιήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κακοποιώ
εσύ θα κακοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κακοποιεί
εμείς θα κακοποιούμε
εσείς θα κακοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κακοποιούν / θα κακοποιούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κακοποιήσω
εσύ θα κακοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κακοποιήσει
εμείς θα κακοποιήσουμε
εσείς θα κακοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κακοποιήσουν / θα κακοποιήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κακοποιήσω
εσύ να κακοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κακοποιήσει
εμείς να κακοποιήσουμε
εσείς να κακοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κακοποιήσουν / κακοποιήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κακοποιήσει
εσύ έχεις κακοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κακοποιήσει
εμείς έχουμε κακοποιήσει
εσείς έχετε κακοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κακοποιήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κακοποιήσει
εσύ είχες κακοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κακοποιήσει
εμείς είχαμε κακοποιήσει
εσείς είχατε κακοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κακοποιήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κακοποιήσει
εσύ θα έχεις κακοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κακοποιήσει
εμείς θα έχουμε κακοποιήσει
εσείς θα έχετε κακοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κακοποιήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) κακοποιείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κακοποίησε
(εσείς) κακοποιήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κακοποιούμαι
εσύ κακοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό κακοποιείται
εμείς κακοποιούμαστε / κακοποιόμαστε
εσείς κακοποιείστε / κακοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κακοποιούνται

Παρατατικός

εγώ κακοποιούμουν / κακοποιούμουνα / κακοποιόμουν / κακοποιόμουνα
εσύ κακοποιόσουν / κακοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κακοποιούνταν / κακοποιόταν / κακοποιότανε / κακοποιείτο
εμείς κακοποιούμασταν / ‑ούμαστε / κακοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς κακοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κακοποιούνταν / κακοποιόνταν / κακοποιόντανε / κακοποιόντουσαν / κακοποιούντο

Αόριστος

εγώ κακοποιήθηκα
εσύ κακοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό κακοποιήθηκε
εμείς κακοποιηθήκαμε
εσείς κακοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κακοποιήθηκαν / κακοποιηθήκαν / κακοποιηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κακοποιούμαι
εσύ θα κακοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κακοποιείται
εμείς θα κακοποιούμαστε / θα κακοποιόμαστε
εσείς θα κακοποιείστε / θα κακοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κακοποιούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κακοποιηθώ
εσύ θα κακοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κακοποιηθεί
εμείς θα κακοποιηθούμε
εσείς θα κακοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κακοποιηθούν / θα κακοποιηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κακοποιηθώ
εσύ να κακοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να κακοποιηθεί
εμείς να κακοποιηθούμε
εσείς να κακοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κακοποιηθούν / κακοποιηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κακοποιηθεί
εσύ έχεις κακοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κακοποιηθεί
εμείς έχουμε κακοποιηθεί
εσείς έχετε κακοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κακοποιηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κακοποιηθεί
εσύ είχες κακοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κακοποιηθεί
εμείς είχαμε κακοποιηθεί
εσείς είχατε κακοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κακοποιηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κακοποιηθεί
εσύ θα έχεις κακοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κακοποιηθεί
εμείς θα έχουμε κακοποιηθεί
εσείς θα έχετε κακοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κακοποιηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) κακοποιείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κακοποιήσου
(εσείς) κακοποιηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κακοποιώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας κακοποιήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

κακοποιούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

κακοποιημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

κακοποιήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

κακοποιηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.