to lag, fall short, delay
Πλήρης κλίση του ρήματος καθυστερώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καθυστερώ
εσύ καθυστερείς
αυτός/αυτή/αυτό καθυστερεί
εμείς καθυστερούμε
εσείς καθυστερείτε
αυτοί/αυτές/αυτά καθυστερούν / καθυστερούνε
Παρατατικός
εγώ καθυστερούσα
εσύ καθυστερούσες
αυτός/αυτή/αυτό καθυστερούσε
εμείς καθυστερούσαμε
εσείς καθυστερούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά καθυστερούσαν / καθυστερούσανε
Αόριστος
εγώ καθυστέρησα
εσύ καθυστέρησες
αυτός/αυτή/αυτό καθυστέρησε
εμείς καθυστερήσαμε
εσείς καθυστερήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά καθυστέρησαν / καθυστερήσαν / καθυστερήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καθυστερώ
εσύ θα καθυστερείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καθυστερεί
εμείς θα καθυστερούμε
εσείς θα καθυστερείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καθυστερούν / θα καθυστερούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καθυστερήσω
εσύ θα καθυστερήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καθυστερήσει
εμείς θα καθυστερήσουμε
εσείς θα καθυστερήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καθυστερήσουν / θα καθυστερήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να καθυστερήσω
εσύ να καθυστερήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καθυστερήσει
εμείς να καθυστερήσουμε
εσείς να καθυστερήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καθυστερήσουν / καθυστερήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω καθυστερήσει
εσύ έχεις καθυστερήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καθυστερήσει
εμείς έχουμε καθυστερήσει
εσείς έχετε καθυστερήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καθυστερήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καθυστερήσει
εσύ είχες καθυστερήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καθυστερήσει
εμείς είχαμε καθυστερήσει
εσείς είχατε καθυστερήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καθυστερήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καθυστερήσει
εσύ θα έχεις καθυστερήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καθυστερήσει
εμείς θα έχουμε καθυστερήσει
εσείς θα έχετε καθυστερήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καθυστερήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) καθυστερείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) καθυστέρησε
(εσείς) καθυστερήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
καθυστερώντας / έχοντας καθυστερήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
καθυστερημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
καθυστερήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.