synonym of ιδρύω (idrýo, “to found”)
Πλήρης κλίση του ρήματος καθιδρύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καθιδρύω
εσύ καθιδρύεις
αυτός/αυτή/αυτό καθιδρύει
εμείς καθιδρύουμε
εσείς καθιδρύετε
αυτοί/αυτές/αυτά καθιδρύουν
Παρατατικός
εγώ καθίδρυα
εσύ καθίδρυες
αυτός/αυτή/αυτό καθίδρυε
εμείς καθιδρύαμε
εσείς καθιδρύατε
αυτοί/αυτές/αυτά καθίδρυαν
Αόριστος
εγώ καθίδρυσα
εσύ καθίδρυσες
αυτός/αυτή/αυτό καθίδρυσε
εμείς καθιδρύσαμε
εσείς καθιδρύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά καθίδρυσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καθιδρύω
εσύ θα καθιδρύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καθιδρύει
εμείς θα καθιδρύουμε
εσείς θα καθιδρύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καθιδρύουν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καθιδρύσω
εσύ θα καθιδρύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καθιδρύσει
εμείς θα καθιδρύσουμε
εσείς θα καθιδρύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καθιδρύσουν
Υποτακτική (να)
εγώ να καθιδρύσω
εσύ να καθιδρύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καθιδρύσει
εμείς να καθιδρύσουμε
εσείς να καθιδρύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καθιδρύσουν
Παρακείμενος
εγώ έχω καθιδρύσει
εσύ έχεις καθιδρύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καθιδρύσει
εμείς έχουμε καθιδρύσει
εσείς έχετε καθιδρύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καθιδρύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καθιδρύσει
εσύ είχες καθιδρύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καθιδρύσει
εμείς είχαμε καθιδρύσει
εσείς είχατε καθιδρύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καθιδρύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καθιδρύσει
εσύ θα έχεις καθιδρύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καθιδρύσει
εμείς θα έχουμε καθιδρύσει
εσείς θα έχετε καθιδρύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καθιδρύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) καθίδρυε
(εσείς) καθιδρύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) καθίδρυσε
(εσείς) καθιδρύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καθιδρύομαι
εσύ καθιδρύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό καθιδρύεται
εμείς καθιδρυόμαστε
εσείς καθιδρύεστε
αυτοί/αυτές/αυτά καθιδρύονται
Παρατατικός
εγώ καθιδρυόμουν
εσύ καθιδρυόσουν
αυτός/αυτή/αυτό καθιδρυόταν
εμείς καθιδρυόμασταν / καθιδρυόμαστε
εσείς καθιδρυόσασταν / καθιδρυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καθιδρύονταν
Αόριστος
εγώ καθιδρύθηκα
εσύ καθιδρύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό καθιδρύθηκε
εμείς καθιδρυθήκαμε
εσείς καθιδρυθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά καθιδρύθηκαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καθιδρύομαι
εσύ θα καθιδρύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα καθιδρύεται
εμείς θα καθιδρυόμαστε
εσείς θα καθιδρύεστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καθιδρύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καθιδρυθώ
εσύ θα καθιδρυθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καθιδρυθεί
εμείς θα καθιδρυθούμε
εσείς θα καθιδρυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καθιδρυθούν
Υποτακτική (να)
εγώ να καθιδρυθώ
εσύ να καθιδρυθείς
αυτός/αυτή/αυτό να καθιδρυθεί
εμείς να καθιδρυθούμε
εσείς να καθιδρυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να καθιδρυθούν
Παρακείμενος
εγώ έχω καθιδρυθεί
εσύ έχεις καθιδρυθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει καθιδρυθεί
εμείς έχουμε καθιδρυθεί
εσείς έχετε καθιδρυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καθιδρυθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καθιδρυθεί
εσύ είχες καθιδρυθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε καθιδρυθεί
εμείς είχαμε καθιδρυθεί
εσείς είχατε καθιδρυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καθιδρυθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καθιδρυθεί
εσύ θα έχεις καθιδρυθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καθιδρυθεί
εμείς θα έχουμε καθιδρυθεί
εσείς θα έχετε καθιδρυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καθιδρυθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) καθιδρύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) καθιδρύσου
(εσείς) καθιδρυθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
καθιδρύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας καθιδρύσει
Μετοχή παρακειμένου
καθιδρυμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
καθιδρύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
καθιδρυθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.