Κλίση του ρήματος καθησυχάζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

καθησυχάζω
to reassure
Πλήρης κλίση του ρήματος καθησυχάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καθησυχάζω
εσύ καθησυχάζεις
αυτός/αυτή/αυτό καθησυχάζει
εμείς καθησυχάζουμε
εσείς καθησυχάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά καθησυχάζουν / καθησυχάζουνε

Παρατατικός

εγώ καθησύχαζα
εσύ καθησύχαζες
αυτός/αυτή/αυτό καθησύχαζε
εμείς καθησυχάζαμε
εσείς καθησυχάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά καθησύχαζαν / καθησυχάζαν / καθησυχάζανε

Αόριστος

εγώ καθησύχασα
εσύ καθησύχασες
αυτός/αυτή/αυτό καθησύχασε
εμείς καθησυχάσαμε
εσείς καθησυχάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά καθησύχασαν / καθησυχάσαν / καθησυχάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καθησυχάζω
εσύ θα καθησυχάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καθησυχάζει
εμείς θα καθησυχάζουμε
εσείς θα καθησυχάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καθησυχάζουν / θα καθησυχάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καθησυχάσω
εσύ θα καθησυχάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καθησυχάσει
εμείς θα καθησυχάσουμε
εσείς θα καθησυχάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καθησυχάσουν / θα καθησυχάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καθησυχάσω
εσύ να καθησυχάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καθησυχάσει
εμείς να καθησυχάσουμε
εσείς να καθησυχάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καθησυχάσουν / καθησυχάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καθησυχάσει
εσύ έχεις καθησυχάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καθησυχάσει
εμείς έχουμε καθησυχάσει
εσείς έχετε καθησυχάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καθησυχάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καθησυχάσει
εσύ είχες καθησυχάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καθησυχάσει
εμείς είχαμε καθησυχάσει
εσείς είχατε καθησυχάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καθησυχάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καθησυχάσει
εσύ θα έχεις καθησυχάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καθησυχάσει
εμείς θα έχουμε καθησυχάσει
εσείς θα έχετε καθησυχάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καθησυχάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) καθησύχαζε
(εσείς) καθησυχάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) καθησύχασε
(εσείς) καθησυχάστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

καθησυχάζοντας / έχοντας καθησυχάσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

καθησυχασμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

καθησυχάσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.