Κλίση του ρήματος καθέλκω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

καθέλκω
alternative form of καθελκύω (kathelkýo, “launch”)
Πλήρης κλίση του ρήματος καθέλκω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καθέλκω
εσύ καθέλκεις
αυτός/αυτή/αυτό καθέλκει
εμείς καθέλκουμε
εσείς καθέλκετε
αυτοί/αυτές/αυτά καθέλκουν

Παρατατικός

εγώ καθείλκυα
εσύ καθείλκυες
αυτός/αυτή/αυτό καθείλκυε
εμείς καθέλκαμε
εσείς καθέλκατε
αυτοί/αυτές/αυτά καθείλκυαν

Αόριστος

εγώ καθείλκυσα
εσύ καθείλκυσες
αυτός/αυτή/αυτό καθείλκυσε
εμείς καθελκύσαμε
εσείς καθελκύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά καθείλκυσαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καθέλκω
εσύ θα καθέλκεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καθέλκει
εμείς θα καθέλκουμε
εσείς θα καθέλκετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καθέλκουν

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καθελκύσω
εσύ θα καθελκύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καθελκύσει
εμείς θα καθελκύσουμε
εσείς θα καθελκύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καθελκύσουν

Υποτακτική (να)

εγώ να καθελκύσω
εσύ να καθελκύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καθελκύσει
εμείς να καθελκύσουμε
εσείς να καθελκύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καθελκύσουν

Παρακείμενος

εγώ έχω καθελκύσει
εσύ έχεις καθελκύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καθελκύσει
εμείς έχουμε καθελκύσει
εσείς έχετε καθελκύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καθελκύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καθελκύσει
εσύ είχες καθελκύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καθελκύσει
εμείς είχαμε καθελκύσει
εσείς είχατε καθελκύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καθελκύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καθελκύσει
εσύ θα έχεις καθελκύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καθελκύσει
εμείς θα έχουμε καθελκύσει
εσείς θα έχετε καθελκύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καθελκύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κάθελκε
(εσείς) καθέλκετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) καθέλκυσε
(εσείς) καθελκύστε / καθελκύσατε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καθέλκομαι
εσύ καθέλκεσαι
αυτός/αυτή/αυτό καθέλκεται
εμείς καθελκόμεθα
εσείς καθέλκεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά καθέλκονται

Παρατατικός

εγώ καθελκόμουν
εσύ καθελκόσουν
αυτός/αυτή/αυτό καθελκόταν / καθείλκετο
εμείς καθειλκόμεθα
εσείς καθείλκεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά καθέλκονταν / καθείλκοντο

Αόριστος

εγώ καθελκύσθηκα
εσύ καθελκύσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό καθελκύσθηκε
εμείς καθελκυσθήκαμε
εσείς καθελκυσθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά καθελκύσθηκαν / καθειλκήσθησαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καθέλκομαι
εσύ θα καθέλκεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα καθέλκεται
εμείς θα καθελκόμεθα
εσείς θα καθέλκεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καθέλκονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καθελκυσθώ
εσύ θα καθελκυσθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καθελκυσθεί
εμείς θα καθελκυσθούμε
εσείς θα καθελκυσθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καθελκυσθούν

Υποτακτική (να)

εγώ να καθελκυσθώ
εσύ να καθελκυσθείς
αυτός/αυτή/αυτό να καθελκυσθεί
εμείς να καθελκυσθούμε
εσείς να καθελκυσθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να καθελκυσθούν

Παρακείμενος

εγώ έχω καθελκυσθεί
εσύ έχεις καθελκυσθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει καθελκυσθεί
εμείς έχουμε καθελκυσθεί
εσείς έχετε καθελκυσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καθελκυσθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καθελκυσθεί
εσύ είχες καθελκυσθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε καθελκυσθεί
εμείς είχαμε καθελκυσθεί
εσείς είχατε καθελκυσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καθελκυσθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καθελκυσθεί
εσύ θα έχεις καθελκυσθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καθελκυσθεί
εμείς θα έχουμε καθελκυσθεί
εσείς θα έχετε καθελκυσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καθελκυσθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) καθέλκεσθε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) καθελκύσου
(εσείς) καθελκυσθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

καθέλκοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας καθελκύσει

Μετοχή παρακειμένου

καθειλκυσμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

καθελκύσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

καθελκυσθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.