Κλίση του ρήματος καδράρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

καδράρω
to frame (of a picture)
Πλήρης κλίση του ρήματος καδράρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καδράρω
εσύ καδράρεις
αυτός/αυτή/αυτό καδράρει
εμείς καδράρουμε
εσείς καδράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά καδράρουν / καδράρουνε

Παρατατικός

εγώ καδράριζα
εσύ καδράριζες
αυτός/αυτή/αυτό καδράριζε
εμείς καδράραμε
εσείς καδράρατε
αυτοί/αυτές/αυτά καδράριζαν / καδράραν / καδράρανε

Αόριστος

εγώ καδράρισα
εσύ καδράρισες
αυτός/αυτή/αυτό καδράρισε
εμείς καδράραμε
εσείς καδράρατε
αυτοί/αυτές/αυτά καδράρισαν / καδράραν / καδράρανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καδράρω
εσύ θα καδράρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καδράρει
εμείς θα καδράρουμε
εσείς θα καδράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καδράρουν / θα καδράρουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καδράρω
εσύ θα καδράρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καδράρει
εμείς θα καδράρουμε
εσείς θα καδράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καδράρουν / θα καδράρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καδράρω
εσύ να καδράρεις
αυτός/αυτή/αυτό να καδράρει
εμείς να καδράρουμε
εσείς να καδράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καδράρουν / καδράρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καδράρει
εσύ έχεις καδράρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καδράρει
εμείς έχουμε καδράρει
εσείς έχετε καδράρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καδράρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καδράρει
εσύ είχες καδράρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καδράρει
εμείς είχαμε καδράρει
εσείς είχατε καδράρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καδράρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καδράρει
εσύ θα έχεις καδράρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καδράρει
εμείς θα έχουμε καδράρει
εσείς θα έχετε καδράρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καδράρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) καδράριζε
(εσείς) καδράρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) καδράρισε
(εσείς) καδράρετε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καδράρομαι
εσύ καδράρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό καδράρεται
εμείς καδραριζόμαστε
εσείς καδράρεστε / καδραριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καδράρονται

Παρατατικός

εγώ καδραριζόμουν / καδραριζόμουνα
εσύ καδραριζόσουν / καδραριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό καδραριζόταν / καδραριζότανε
εμείς καδραριζόμασταν / καδραριζόμαστε
εσείς καδραριζόσασταν / καδραριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καδράρονταν / καδραριζόντουσαν

Αόριστος

εγώ καδραρίστηκα
εσύ καδραρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό καδραρίστηκε
εμείς καδραριστήκαμε
εσείς καδραριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά καδραρίστηκαν / καδραριστήκαν / καδραριστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καδράρομαι
εσύ θα καδράρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα καδράρεται
εμείς θα καδραριζόμαστε
εσείς θα καδράρεστε / θα καδραριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καδράρονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καδραριστώ
εσύ θα καδραριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καδραριστεί
εμείς θα καδραριστούμε
εσείς θα καδραριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καδραριστούν / θα καδραριστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καδραριστώ
εσύ να καδραριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να καδραριστεί
εμείς να καδραριστούμε
εσείς να καδραριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να καδραριστούν / καδραριστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καδραριστεί
εσύ έχεις καδραριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει καδραριστεί
εμείς έχουμε καδραριστεί
εσείς έχετε καδραριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καδραριστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καδραριστεί
εσύ είχες καδραριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε καδραριστεί
εμείς είχαμε καδραριστεί
εσείς είχατε καδραριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καδραριστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καδραριστεί
εσύ θα έχεις καδραριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καδραριστεί
εμείς θα έχουμε καδραριστεί
εσείς θα έχετε καδραριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καδραριστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) καδράρεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) καδραρίσου
(εσείς) καδραριστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

καδράροντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας καδράρει

Μετοχή παρακειμένου

καδραρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

καδράρει

Απαρέμφατο (παθητικό)

καδραριστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.