Κλίση του ρήματος καβουρντίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

καβουρντίζω
to roast (coffee beans, meat, etc)
Πλήρης κλίση του ρήματος καβουρντίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καβουρντίζω
εσύ καβουρντίζεις
αυτός/αυτή/αυτό καβουρντίζει
εμείς καβουρντίζουμε
εσείς καβουρντίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά καβουρντίζουν / καβουρντίζουνε

Παρατατικός

εγώ καβούρντιζα
εσύ καβούρντιζες
αυτός/αυτή/αυτό καβούρντιζε
εμείς καβουρντίζαμε
εσείς καβουρντίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά καβούρντιζαν / καβουρντίζαν / καβουρντίζανε

Αόριστος

εγώ καβούρντισα
εσύ καβούρντισες
αυτός/αυτή/αυτό καβούρντισε
εμείς καβουρντίσαμε
εσείς καβουρντίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά καβούρντισαν / καβουρντίσαν / καβουρντίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καβουρντίζω
εσύ θα καβουρντίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καβουρντίζει
εμείς θα καβουρντίζουμε
εσείς θα καβουρντίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καβουρντίζουν / θα καβουρντίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καβουρντίσω
εσύ θα καβουρντίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καβουρντίσει
εμείς θα καβουρντίσουμε
εσείς θα καβουρντίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καβουρντίσουν / θα καβουρντίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καβουρντίσω
εσύ να καβουρντίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καβουρντίσει
εμείς να καβουρντίσουμε
εσείς να καβουρντίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καβουρντίσουν / καβουρντίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καβουρντίσει
εσύ έχεις καβουρντίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καβουρντίσει
εμείς έχουμε καβουρντίσει
εσείς έχετε καβουρντίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καβουρντίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καβουρντίσει
εσύ είχες καβουρντίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καβουρντίσει
εμείς είχαμε καβουρντίσει
εσείς είχατε καβουρντίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καβουρντίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καβουρντίσει
εσύ θα έχεις καβουρντίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καβουρντίσει
εμείς θα έχουμε καβουρντίσει
εσείς θα έχετε καβουρντίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καβουρντίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) καβούρντιζε
(εσείς) καβουρντίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) καβούρντισε
(εσείς) καβουρντίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καβουρντίζομαι
εσύ καβουρντίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό καβουρντίζεται
εμείς καβουρντιζόμαστε
εσείς καβουρντίζεστε / καβουρντιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καβουρντίζονται

Παρατατικός

εγώ καβουρντιζόμουν / καβουρντιζόμουνα
εσύ καβουρντιζόσουν / καβουρντιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό καβουρντιζόταν / καβουρντιζότανε
εμείς καβουρντιζόμασταν / καβουρντιζόμαστε
εσείς καβουρντιζόσασταν / καβουρντιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καβουρντίζονταν / καβουρντιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ καβουρντίστηκα
εσύ καβουρντίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό καβουρντίστηκε
εμείς καβουρντιστήκαμε
εσείς καβουρντιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά καβουρντίστηκαν / καβουρντιστήκαν / καβουρντιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καβουρντίζομαι
εσύ θα καβουρντίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα καβουρντίζεται
εμείς θα καβουρντιζόμαστε
εσείς θα καβουρντίζεστε / θα καβουρντιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καβουρντίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καβουρντιστώ
εσύ θα καβουρντιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καβουρντιστεί
εμείς θα καβουρντιστούμε
εσείς θα καβουρντιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καβουρντιστούν / θα καβουρντιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καβουρντιστώ
εσύ να καβουρντιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να καβουρντιστεί
εμείς να καβουρντιστούμε
εσείς να καβουρντιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να καβουρντιστούν / καβουρντιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καβουρντιστεί
εσύ έχεις καβουρντιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει καβουρντιστεί
εμείς έχουμε καβουρντιστεί
εσείς έχετε καβουρντιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καβουρντιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καβουρντιστεί
εσύ είχες καβουρντιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε καβουρντιστεί
εμείς είχαμε καβουρντιστεί
εσείς είχατε καβουρντιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καβουρντιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καβουρντιστεί
εσύ θα έχεις καβουρντιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καβουρντιστεί
εμείς θα έχουμε καβουρντιστεί
εσείς θα έχετε καβουρντιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καβουρντιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) καβουρντίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) καβουρντίσου
(εσείς) καβουρντιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

καβουρντίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας καβουρντίσει

Μετοχή παρακειμένου

καβουρντισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

καβουρντίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

καβουρντιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.