Κλίση του ρήματος καβουρδίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

καβουρδίζω
alternative form of καβουρντίζω (kavourntízo)
Πλήρης κλίση του ρήματος καβουρδίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καβουρδίζω
εσύ καβουρδίζεις
αυτός/αυτή/αυτό καβουρδίζει
εμείς καβουρδίζουμε
εσείς καβουρδίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά καβουρδίζουν / καβουρδίζουνε

Παρατατικός

εγώ καβούρδιζα
εσύ καβούρδιζες
αυτός/αυτή/αυτό καβούρδιζε
εμείς καβουρδίζαμε
εσείς καβουρδίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά καβούρδιζαν / καβουρδίζαν / καβουρδίζανε

Αόριστος

εγώ καβούρδισα
εσύ καβούρδισες
αυτός/αυτή/αυτό καβούρδισε
εμείς καβουρδίσαμε
εσείς καβουρδίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά καβούρδισαν / καβουρδίσαν / καβουρδίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καβουρδίζω
εσύ θα καβουρδίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καβουρδίζει
εμείς θα καβουρδίζουμε
εσείς θα καβουρδίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καβουρδίζουν / θα καβουρδίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καβουρδίσω
εσύ θα καβουρδίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καβουρδίσει
εμείς θα καβουρδίσουμε
εσείς θα καβουρδίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καβουρδίσουν / θα καβουρδίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καβουρδίσω
εσύ να καβουρδίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καβουρδίσει
εμείς να καβουρδίσουμε
εσείς να καβουρδίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καβουρδίσουν / καβουρδίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καβουρδίσει
εσύ έχεις καβουρδίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καβουρδίσει
εμείς έχουμε καβουρδίσει
εσείς έχετε καβουρδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καβουρδίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καβουρδίσει
εσύ είχες καβουρδίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καβουρδίσει
εμείς είχαμε καβουρδίσει
εσείς είχατε καβουρδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καβουρδίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καβουρδίσει
εσύ θα έχεις καβουρδίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καβουρδίσει
εμείς θα έχουμε καβουρδίσει
εσείς θα έχετε καβουρδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καβουρδίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) καβούρδιζε
(εσείς) καβουρδίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) καβούρδισε
(εσείς) καβουρδίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καβουρδίζομαι
εσύ καβουρδίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό καβουρδίζεται
εμείς καβουρδιζόμαστε
εσείς καβουρδίζεστε / καβουρδιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καβουρδίζονται

Παρατατικός

εγώ καβουρδιζόμουν / καβουρδιζόμουνα
εσύ καβουρδιζόσουν / καβουρδιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό καβουρδιζόταν / καβουρδιζότανε
εμείς καβουρδιζόμασταν / καβουρδιζόμαστε
εσείς καβουρδιζόσασταν / καβουρδιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καβουρδίζονταν / καβουρδιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ καβουρδίστηκα
εσύ καβουρδίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό καβουρδίστηκε
εμείς καβουρδιστήκαμε
εσείς καβουρδιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά καβουρδίστηκαν / καβουρδιστήκαν / καβουρδιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καβουρδίζομαι
εσύ θα καβουρδίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα καβουρδίζεται
εμείς θα καβουρδιζόμαστε
εσείς θα καβουρδίζεστε / θα καβουρδιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καβουρδίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καβουρδιστώ
εσύ θα καβουρδιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καβουρδιστεί
εμείς θα καβουρδιστούμε
εσείς θα καβουρδιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καβουρδιστούν / θα καβουρδιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καβουρδιστώ
εσύ να καβουρδιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να καβουρδιστεί
εμείς να καβουρδιστούμε
εσείς να καβουρδιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να καβουρδιστούν / καβουρδιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καβουρδιστεί
εσύ έχεις καβουρδιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει καβουρδιστεί
εμείς έχουμε καβουρδιστεί
εσείς έχετε καβουρδιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καβουρδιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καβουρδιστεί
εσύ είχες καβουρδιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε καβουρδιστεί
εμείς είχαμε καβουρδιστεί
εσείς είχατε καβουρδιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καβουρδιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καβουρδιστεί
εσύ θα έχεις καβουρδιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καβουρδιστεί
εμείς θα έχουμε καβουρδιστεί
εσείς θα έχετε καβουρδιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καβουρδιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) καβουρδίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) καβουρδίσου
(εσείς) καβουρδιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

καβουρδίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας καβουρδίσει

Μετοχή παρακειμένου

καβουρδισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

καβουρδίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

καβουρδιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.