Κλίση του ρήματος καβγαδίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

καβγαδίζω
to argue, to quarrel, to row, to fight (to have a verbal dispute)
Πλήρης κλίση του ρήματος καβγαδίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ καβγαδίζω
εσύ καβγαδίζεις
αυτός/αυτή/αυτό καβγαδίζει
εμείς καβγαδίζουμε
εσείς καβγαδίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά καβγαδίζουν / καβγαδίζουνε

Παρατατικός

εγώ καβγάδιζα
εσύ καβγάδιζες
αυτός/αυτή/αυτό καβγάδιζε
εμείς καβγαδίζαμε
εσείς καβγαδίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά καβγάδιζαν / καβγαδίζαν / καβγαδίζανε

Αόριστος

εγώ καβγάδισα
εσύ καβγάδισες
αυτός/αυτή/αυτό καβγάδισε
εμείς καβγαδίσαμε
εσείς καβγαδίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά καβγάδισαν / καβγαδίσαν / καβγαδίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα καβγαδίζω
εσύ θα καβγαδίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καβγαδίζει
εμείς θα καβγαδίζουμε
εσείς θα καβγαδίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καβγαδίζουν / θα καβγαδίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα καβγαδίσω
εσύ θα καβγαδίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καβγαδίσει
εμείς θα καβγαδίσουμε
εσείς θα καβγαδίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καβγαδίσουν / θα καβγαδίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να καβγαδίσω
εσύ να καβγαδίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καβγαδίσει
εμείς να καβγαδίσουμε
εσείς να καβγαδίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καβγαδίσουν / καβγαδίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω καβγαδίσει
εσύ έχεις καβγαδίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καβγαδίσει
εμείς έχουμε καβγαδίσει
εσείς έχετε καβγαδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καβγαδίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα καβγαδίσει
εσύ είχες καβγαδίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καβγαδίσει
εμείς είχαμε καβγαδίσει
εσείς είχατε καβγαδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καβγαδίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω καβγαδίσει
εσύ θα έχεις καβγαδίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καβγαδίσει
εμείς θα έχουμε καβγαδίσει
εσείς θα έχετε καβγαδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καβγαδίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) καβγάδιζε
(εσείς) καβγαδίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) καβγάδισε
(εσείς) καβγαδίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

καβγαδίζοντας / έχοντας καβγαδίσει

Απαρέμφατο

καβγαδίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.