alternative form of καβαλάω (kavaláo)
Πλήρης κλίση του ρήματος καβαλώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καβαλάω / καβαλώ
εσύ καβαλάς
αυτός/αυτή/αυτό καβαλάει / καβαλά
εμείς καβαλάμε / καβαλούμε
εσείς καβαλάτε
αυτοί/αυτές/αυτά καβαλάνε / καβαλάν / καβαλούν / καβαλούνε
Παρατατικός
εγώ καβαλούσα / καβάλαγα
εσύ καβαλούσες / καβάλαγες
αυτός/αυτή/αυτό καβαλούσε / καβάλαγε
εμείς καβαλούσαμε / καβαλάγαμε
εσείς καβαλούσατε / καβαλάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά καβαλούσαν / καβαλούσανε / καβάλαγαν / καβαλάγανε
Αόριστος
εγώ καβάλησα
εσύ καβάλησες
αυτός/αυτή/αυτό καβάλησε
εμείς καβαλήσαμε
εσείς καβαλήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά καβάλησαν / καβαλήσαν / καβαλήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καβαλάω / θα καβαλώ
εσύ θα καβαλάς
αυτός/αυτή/αυτό θα καβαλάει / θα καβαλά
εμείς θα καβαλάμε / θα καβαλούμε
εσείς θα καβαλάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καβαλάνε / θα καβαλάν / θα καβαλούν / θα καβαλούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καβαλήσω
εσύ θα καβαλήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα καβαλήσει
εμείς θα καβαλήσουμε
εσείς θα καβαλήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καβαλήσουν / θα καβαλήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να καβαλήσω
εσύ να καβαλήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να καβαλήσει
εμείς να καβαλήσουμε
εσείς να καβαλήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να καβαλήσουν / καβαλήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω καβαλήσει
εσύ έχεις καβαλήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει καβαλήσει
εμείς έχουμε καβαλήσει
εσείς έχετε καβαλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καβαλήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καβαλήσει
εσύ είχες καβαλήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε καβαλήσει
εμείς είχαμε καβαλήσει
εσείς είχατε καβαλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καβαλήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καβαλήσει
εσύ θα έχεις καβαλήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καβαλήσει
εμείς θα έχουμε καβαλήσει
εσείς θα έχετε καβαλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καβαλήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) καβάλα / καβάλαγε
(εσείς) καβαλάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) καβάλησε / καβάλα
(εσείς) καβαλήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ καβαλιέμαι
εσύ καβαλιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό καβαλιέται
εμείς καβαλιόμαστε
εσείς καβαλιέστε / καβαλιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καβαλιούνται / καβαλιόνται
Παρατατικός
εγώ καβαλιόμουν / καβαλιόμουνα
εσύ καβαλιόσουν / καβαλιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό καβαλιόταν / καβαλιότανε
εμείς καβαλιόμασταν / καβαλιόμαστε
εσείς καβαλιόσασταν / καβαλιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά καβαλιόνταν / καβαλιόντανε / καβαλιόντουσαν / καβαλιούνταν
Αόριστος
εγώ καβαλήθηκα
εσύ καβαλήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό καβαλήθηκε
εμείς καβαληθήκαμε
εσείς καβαληθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά καβαλήθηκαν / καβαληθήκαν / καβαληθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καβαλιέμαι
εσύ θα καβαλιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα καβαλιέται
εμείς θα καβαλιόμαστε
εσείς θα καβαλιέστε / θα καβαλιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καβαλιούνται / θα καβαλιόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καβαληθώ
εσύ θα καβαληθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καβαληθεί
εμείς θα καβαληθούμε
εσείς θα καβαληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καβαληθούν / θα καβαληθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να καβαληθώ
εσύ να καβαληθείς
αυτός/αυτή/αυτό να καβαληθεί
εμείς να καβαληθούμε
εσείς να καβαληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να καβαληθούν / καβαληθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω καβαληθεί
εσύ έχεις καβαληθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει καβαληθεί
εμείς έχουμε καβαληθεί
εσείς έχετε καβαληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καβαληθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καβαληθεί
εσύ είχες καβαληθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε καβαληθεί
εμείς είχαμε καβαληθεί
εσείς είχατε καβαληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καβαληθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καβαληθεί
εσύ θα έχεις καβαληθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καβαληθεί
εμείς θα έχουμε καβαληθεί
εσείς θα έχετε καβαληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καβαληθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) καβαλιέστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) καβαλήσου
(εσείς) καβαληθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
καβαλώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας καβαλήσει
Μετοχή παρακειμένου
καβαλημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
καβαλήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
καβαληθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.