Κλίση του ρήματος κάνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κάνω
to do
Πλήρης κλίση του ρήματος κάνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κάνω
εσύ κάνεις
αυτός/αυτή/αυτό κάνει
εμείς κάνουμε
εσείς κάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά κάνουν / κάνουνε

Παρατατικός

εγώ έκανα
εσύ έκανες
αυτός/αυτή/αυτό έκανε
εμείς κάναμε
εσείς κάνατε
αυτοί/αυτές/αυτά έκαναν / κάναν / κάνανε

Αόριστος

εγώ έκανα / έκαμα
εσύ έκανες / έκαμες
αυτός/αυτή/αυτό έκανε / έκαμε
εμείς κάναμε / κάμαμε
εσείς κάνατε / κάματε
αυτοί/αυτές/αυτά έκαναν / κάναν / κάνανε / έκαμαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κάνω
εσύ θα κάνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κάνει
εμείς θα κάνουμε
εσείς θα κάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κάνουν / θα κάνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κάνω / θα κάμω
εσύ θα κάνεις / θα κάμεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κάνει / θα κάμει
εμείς θα κάνουμε / θα κάμουμε
εσείς θα κάνετε / θα κάμετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κάνουν / θα κάνουνε / θα κάμουν / θα κάμουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κάνω / κάμω
εσύ να κάνεις / κάμεις
αυτός/αυτή/αυτό να κάνει / κάμει
εμείς να κάνουμε / κάμουμε
εσείς να κάνετε / κάμετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κάνουν / κάνουνε / κάμουν / κάμουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κάνει / κάμει
εσύ έχεις κάνει / κάμει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κάνει / κάμει
εμείς έχουμε κάνει / κάμει
εσείς έχετε κάνει / κάμει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κάνει / κάμει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κάνει / κάμει
εσύ είχες κάνει / κάμει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κάνει / κάμει
εμείς είχαμε κάνει / κάμει
εσείς είχατε κάνει / κάμει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κάνει / κάμει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κάνει / κάμει
εσύ θα έχεις κάνει / κάμει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κάνει / κάμει
εμείς θα έχουμε κάνει / κάμει
εσείς θα έχετε κάνει / κάμει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κάνει / κάμει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κάνε
(εσείς) κάνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κάνε / κάμε
(εσείς) κάντε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κάνοντας / έχοντας κάνει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

καμωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

κάνει / κάμει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.