to bend, to curve
Πλήρης κλίση του ρήματος κάμπτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κάμπτω
εσύ κάμπτεις
αυτός/αυτή/αυτό κάμπτει
εμείς κάμπτουμε
εσείς κάμπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά κάμπτουν / κάμπτουνε
Παρατατικός
εγώ έκαμπτα
εσύ έκαμπτες
αυτός/αυτή/αυτό έκαμπτε
εμείς κάμπταμε
εσείς κάμπτατε
αυτοί/αυτές/αυτά έκαμπταν / κάμπταν / κάμπτανε
Αόριστος
εγώ έκαμψα
εσύ έκαμψες
αυτός/αυτή/αυτό έκαμψε
εμείς κάμψαμε
εσείς κάμψατε
αυτοί/αυτές/αυτά έκαμψαν / κάμψαν / κάμψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κάμπτω
εσύ θα κάμπτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κάμπτει
εμείς θα κάμπτουμε
εσείς θα κάμπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κάμπτουν / θα κάμπτουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κάμψω
εσύ θα κάμψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κάμψει
εμείς θα κάμψουμε
εσείς θα κάμψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κάμψουν / θα κάμψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κάμψω
εσύ να κάμψεις
αυτός/αυτή/αυτό να κάμψει
εμείς να κάμψουμε
εσείς να κάμψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κάμψουν / κάμψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κάμψει
εσύ έχεις κάμψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κάμψει
εμείς έχουμε κάμψει
εσείς έχετε κάμψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κάμψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κάμψει
εσύ είχες κάμψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κάμψει
εμείς είχαμε κάμψει
εσείς είχατε κάμψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κάμψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κάμψει
εσύ θα έχεις κάμψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κάμψει
εμείς θα έχουμε κάμψει
εσείς θα έχετε κάμψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κάμψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κάμπτε
(εσείς) κάμπτετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κάμψε
(εσείς) κάμψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κάμπτομαι
εσύ κάμπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κάμπτεται
εμείς καμπτόμαστε
εσείς κάμπτεστε / κάμπτεσθε / καμπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κάμπτονται
Παρατατικός
εγώ καμπτόμουν / καμπτόμουνα
εσύ καμπτόσουν / καμπτόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό καμπτόταν / καμπτότανε
εμείς καμπτόμασταν / καμπτόμαστε
εσείς καμπτόσασταν / καμπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κάμπτονταν / καμπτόντουσαν
Αόριστος
εγώ κάμφθηκα
εσύ κάμφθηκες
αυτός/αυτή/αυτό κάμφθηκε / εκάμφθη
εμείς καμφθήκαμε
εσείς καμφθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κάμφθηκαν / καμφθήκαν / καμφθήκανε / εκάμφθησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κάμπτομαι
εσύ θα κάμπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κάμπτεται
εμείς θα καμπτόμαστε
εσείς θα κάμπτεστε / θα κάμπτεσθε / θα καμπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κάμπτονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καμφθώ
εσύ θα καμφθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα καμφθεί
εμείς θα καμφθούμε
εσείς θα καμφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα καμφθούν / θα καμφθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να καμφθώ
εσύ να καμφθείς
αυτός/αυτή/αυτό να καμφθεί
εμείς να καμφθούμε
εσείς να καμφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να καμφθούν / καμφθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω καμφθεί
εσύ έχεις καμφθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει καμφθεί
εμείς έχουμε καμφθεί
εσείς έχετε καμφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν καμφθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα καμφθεί
εσύ είχες καμφθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε καμφθεί
εμείς είχαμε καμφθεί
εσείς είχατε καμφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν καμφθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω καμφθεί
εσύ θα έχεις καμφθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει καμφθεί
εμείς θα έχουμε καμφθεί
εσείς θα έχετε καμφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν καμφθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) κάμπτεστε / κάμπτεσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κάμψου
(εσείς) καμφθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κάμπτοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας κάμψει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
καμπτόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
‑-η
Απαρέμφατο
κάμψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
καμφθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.