to be valid, be in effect
Πλήρης κλίση του ρήματος ισχύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ισχύω
εσύ ισχύεις
αυτός/αυτή/αυτό ισχύει
εμείς ισχύουμε
εσείς ισχύετε
αυτοί/αυτές/αυτά ισχύουν / ισχύουνε
Παρατατικός
εγώ ίσχυα
εσύ ίσχυες
αυτός/αυτή/αυτό ίσχυε
εμείς ισχύαμε
εσείς ισχύατε
αυτοί/αυτές/αυτά ίσχυαν / ισχύαν / ισχύανε
Αόριστος
εγώ ίσχυσα
εσύ ίσχυσες
αυτός/αυτή/αυτό ίσχυσε
εμείς ισχύσαμε
εσείς ισχύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ίσχυσαν / ισχύσαν / ισχύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ισχύω
εσύ θα ισχύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ισχύει
εμείς θα ισχύουμε
εσείς θα ισχύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ισχύουν / θα ισχύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ισχύσω
εσύ θα ισχύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ισχύσει
εμείς θα ισχύσουμε
εσείς θα ισχύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ισχύσουν / θα ισχύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ισχύσω
εσύ να ισχύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ισχύσει
εμείς να ισχύσουμε
εσείς να ισχύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ισχύσουν / ισχύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ισχύσει
εσύ έχεις ισχύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ισχύσει
εμείς έχουμε ισχύσει
εσείς έχετε ισχύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ισχύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ισχύσει
εσύ είχες ισχύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ισχύσει
εμείς είχαμε ισχύσει
εσείς είχατε ισχύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ισχύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ισχύσει
εσύ θα έχεις ισχύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ισχύσει
εμείς θα έχουμε ισχύσει
εσείς θα έχετε ισχύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ισχύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ίσχυε
(εσείς) ισχύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ίσχυσε
(εσείς) ισχύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ισχύουσα / ισχύοντας / έχοντας ισχύσει
Απαρέμφατο
ισχύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.