to maintain, to claim, to affirm, to assert, to contend (a point of view)
Πλήρης κλίση του ρήματος ισχυρίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ισχυρίζομαι
εσύ ισχυρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ισχυρίζεται
εμείς ισχυριζόμαστε
εσείς ισχυρίζεστε / ισχυριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ισχυρίζονται
Παρατατικός
εγώ ισχυριζόμουν / ισχυριζόμουνα
εσύ ισχυριζόσουν / ισχυριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ισχυριζόταν / ισχυριζότανε
εμείς ισχυριζόμασταν / ισχυριζόμαστε
εσείς ισχυριζόσασταν / ισχυριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ισχυρίζονταν / ισχυριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ισχυρίστηκα / ισχυρίσθηκα
εσύ ισχυρίστηκες / ισχυρίσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ισχυρίστηκε / ισχυρίσθηκε
εμείς ισχυριστήκαμε / ισχυρισθήκαμε
εσείς ισχυριστήκατε / ισχυρισθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ισχυρίστηκαν / ισχυριστήκαν / ισχυριστήκανε / ισχυρίσθηκαν / ισχυρισθήκαν / ισχυρισθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ισχυρίζομαι
εσύ θα ισχυρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ισχυρίζεται
εμείς θα ισχυριζόμαστε
εσείς θα ισχυρίζεστε / θα ισχυριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ισχυρίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ισχυριστώ / θα ισχυρισθώ
εσύ θα ισχυριστείς / θα ισχυρισθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ισχυριστεί / θα ισχυρισθεί
εμείς θα ισχυριστούμε / θα ισχυρισθούμε
εσείς θα ισχυριστείτε / θα ισχυρισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ισχυριστούν / θα ισχυριστούνε / θα ισχυρισθούν / θα ισχυρισθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ισχυριστώ / ισχυρισθώ
εσύ να ισχυριστείς / ισχυρισθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ισχυριστεί / ισχυρισθεί
εμείς να ισχυριστούμε / ισχυρισθούμε
εσείς να ισχυριστείτε / ισχυρισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ισχυριστούν / ισχυριστούνε / ισχυρισθούν / ισχυρισθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ισχυριστεί / ισχυρισθεί
εσύ έχεις ισχυριστεί / ισχυρισθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ισχυριστεί / ισχυρισθεί
εμείς έχουμε ισχυριστεί / ισχυρισθεί
εσείς έχετε ισχυριστεί / ισχυρισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ισχυριστεί / ισχυρισθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ισχυριστεί / ισχυρισθεί
εσύ είχες ισχυριστεί / ισχυρισθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ισχυριστεί / ισχυρισθεί
εμείς είχαμε ισχυριστεί / ισχυρισθεί
εσείς είχατε ισχυριστεί / ισχυρισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ισχυριστεί / ισχυρισθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ισχυριστεί / ισχυρισθεί
εσύ θα έχεις ισχυριστεί / ισχυρισθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ισχυριστεί / ισχυρισθεί
εμείς θα έχουμε ισχυριστεί / ισχυρισθεί
εσείς θα έχετε ισχυριστεί / ισχυρισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ισχυριστεί / ισχυρισθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ισχυρίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ισχυρίσου
(εσείς) ισχυριστείτε / ισχυρισθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ισχυριζόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
ισχυριστεί / ισχυρισθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.