to equalize, to level, to draw level (to make the score of a game equal)
Πλήρης κλίση του ρήματος ισοφαρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ισοφαρίζω
εσύ ισοφαρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ισοφαρίζει
εμείς ισοφαρίζουμε
εσείς ισοφαρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ισοφαρίζουν / ισοφαρίζουνε
Παρατατικός
εγώ ισοφάριζα
εσύ ισοφάριζες
αυτός/αυτή/αυτό ισοφάριζε
εμείς ισοφαρίζαμε
εσείς ισοφαρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ισοφάριζαν / ισοφαρίζαν / ισοφαρίζανε
Αόριστος
εγώ ισοφάρισα
εσύ ισοφάρισες
αυτός/αυτή/αυτό ισοφάρισε
εμείς ισοφαρίσαμε
εσείς ισοφαρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ισοφάρισαν / ισοφαρίσαν / ισοφαρίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ισοφαρίζω
εσύ θα ισοφαρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ισοφαρίζει
εμείς θα ισοφαρίζουμε
εσείς θα ισοφαρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ισοφαρίζουν / θα ισοφαρίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ισοφαρίσω
εσύ θα ισοφαρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ισοφαρίσει
εμείς θα ισοφαρίσουμε
εσείς θα ισοφαρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ισοφαρίσουν / θα ισοφαρίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ισοφαρίσω
εσύ να ισοφαρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ισοφαρίσει
εμείς να ισοφαρίσουμε
εσείς να ισοφαρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ισοφαρίσουν / ισοφαρίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ισοφαρίσει
εσύ έχεις ισοφαρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ισοφαρίσει
εμείς έχουμε ισοφαρίσει
εσείς έχετε ισοφαρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ισοφαρίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ισοφαρίσει
εσύ είχες ισοφαρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ισοφαρίσει
εμείς είχαμε ισοφαρίσει
εσείς είχατε ισοφαρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ισοφαρίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ισοφαρίσει
εσύ θα έχεις ισοφαρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ισοφαρίσει
εμείς θα έχουμε ισοφαρίσει
εσείς θα έχετε ισοφαρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ισοφαρίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ισοφάριζε
(εσείς) ισοφαρίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ισοφάρισε
(εσείς) ισοφαρίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ισοφαρίζομαι
εσύ ισοφαρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ισοφαρίζεται
εμείς ισοφαριζόμαστε
εσείς ισοφαρίζεστε / ισοφαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ισοφαρίζονται
Παρατατικός
εγώ ισοφαριζόμουν / ισοφαριζόμουνα
εσύ ισοφαριζόσουν / ισοφαριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ισοφαριζόταν / ισοφαριζότανε
εμείς ισοφαριζόμασταν / ισοφαριζόμαστε
εσείς ισοφαριζόσασταν / ισοφαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ισοφαρίζονταν / ισοφαριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ισοφαρίστηκα
εσύ ισοφαρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ισοφαρίστηκε
εμείς ισοφαριστήκαμε
εσείς ισοφαριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ισοφαρίστηκαν / ισοφαριστήκαν / ισοφαριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ισοφαρίζομαι
εσύ θα ισοφαρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ισοφαρίζεται
εμείς θα ισοφαριζόμαστε
εσείς θα ισοφαρίζεστε / θα ισοφαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ισοφαρίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ισοφαριστώ
εσύ θα ισοφαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ισοφαριστεί
εμείς θα ισοφαριστούμε
εσείς θα ισοφαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ισοφαριστούν / θα ισοφαριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ισοφαριστώ
εσύ να ισοφαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ισοφαριστεί
εμείς να ισοφαριστούμε
εσείς να ισοφαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ισοφαριστούν / ισοφαριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ισοφαριστεί
εσύ έχεις ισοφαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ισοφαριστεί
εμείς έχουμε ισοφαριστεί
εσείς έχετε ισοφαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ισοφαριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ισοφαριστεί
εσύ είχες ισοφαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ισοφαριστεί
εμείς είχαμε ισοφαριστεί
εσείς είχατε ισοφαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ισοφαριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ισοφαριστεί
εσύ θα έχεις ισοφαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ισοφαριστεί
εμείς θα έχουμε ισοφαριστεί
εσείς θα έχετε ισοφαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ισοφαριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ισοφαρίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ισοφαρίσου
(εσείς) ισοφαριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ισοφαρίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ισοφαρίσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ισοφαριζόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
ισοφαρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ισοφαρίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ισοφαριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.