Κλίση του ρήματος ισορροπώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ισορροπώ
to balance (to be in equilibrium or equipoise)
Πλήρης κλίση του ρήματος ισορροπώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ισορροπώ
εσύ ισορροπείς
αυτός/αυτή/αυτό ισορροπεί
εμείς ισορροπούμε
εσείς ισορροπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ισορροπούν / ισορροπούνε

Παρατατικός

εγώ ισορροπούσα
εσύ ισορροπούσες
αυτός/αυτή/αυτό ισορροπούσε
εμείς ισορροπούσαμε
εσείς ισορροπούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ισορροπούσαν / ισορροπούσανε

Αόριστος

εγώ ισορρόπησα
εσύ ισορρόπησες
αυτός/αυτή/αυτό ισορρόπησε
εμείς ισορροπήσαμε
εσείς ισορροπήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ισορρόπησαν / ισορροπήσαν / ισορροπήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ισορροπώ
εσύ θα ισορροπείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ισορροπεί
εμείς θα ισορροπούμε
εσείς θα ισορροπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ισορροπούν / θα ισορροπούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ισορροπήσω
εσύ θα ισορροπήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ισορροπήσει
εμείς θα ισορροπήσουμε
εσείς θα ισορροπήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ισορροπήσουν / θα ισορροπήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ισορροπήσω
εσύ να ισορροπήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ισορροπήσει
εμείς να ισορροπήσουμε
εσείς να ισορροπήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ισορροπήσουν / ισορροπήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ισορροπήσει
εσύ έχεις ισορροπήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ισορροπήσει
εμείς έχουμε ισορροπήσει
εσείς έχετε ισορροπήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ισορροπήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ισορροπήσει
εσύ είχες ισορροπήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ισορροπήσει
εμείς είχαμε ισορροπήσει
εσείς είχατε ισορροπήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ισορροπήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ισορροπήσει
εσύ θα έχεις ισορροπήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ισορροπήσει
εμείς θα έχουμε ισορροπήσει
εσείς θα έχετε ισορροπήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ισορροπήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ισορροπείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ισορρόπησε
(εσείς) ισορροπήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ισορροπώντας / έχοντας ισορροπήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

ισορροπημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ισορροπήσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.