to flatten, to flatten out, to level out, to make level (to make flat: ground, land)
Πλήρης κλίση του ρήματος ισοπεδώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ισοπεδώνω
εσύ ισοπεδώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ισοπεδώνει
εμείς ισοπεδώνουμε
εσείς ισοπεδώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ισοπεδώνουν / ισοπεδώνουνε
Παρατατικός
εγώ ισοπέδωνα
εσύ ισοπέδωνες
αυτός/αυτή/αυτό ισοπέδωνε
εμείς ισοπεδώναμε
εσείς ισοπεδώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ισοπέδωναν / ισοπεδώναν / ισοπεδώνανε
Αόριστος
εγώ ισοπέδωσα
εσύ ισοπέδωσες
αυτός/αυτή/αυτό ισοπέδωσε
εμείς ισοπεδώσαμε
εσείς ισοπεδώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ισοπέδωσαν / ισοπεδώσαν / ισοπεδώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ισοπεδώνω
εσύ θα ισοπεδώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ισοπεδώνει
εμείς θα ισοπεδώνουμε
εσείς θα ισοπεδώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ισοπεδώνουν / θα ισοπεδώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ισοπεδώσω
εσύ θα ισοπεδώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ισοπεδώσει
εμείς θα ισοπεδώσουμε
εσείς θα ισοπεδώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ισοπεδώσουν / θα ισοπεδώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ισοπεδώσω
εσύ να ισοπεδώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ισοπεδώσει
εμείς να ισοπεδώσουμε
εσείς να ισοπεδώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ισοπεδώσουν / ισοπεδώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ισοπεδώσει
εσύ έχεις ισοπεδώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ισοπεδώσει
εμείς έχουμε ισοπεδώσει
εσείς έχετε ισοπεδώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ισοπεδώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ισοπεδώσει
εσύ είχες ισοπεδώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ισοπεδώσει
εμείς είχαμε ισοπεδώσει
εσείς είχατε ισοπεδώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ισοπεδώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ισοπεδώσει
εσύ θα έχεις ισοπεδώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ισοπεδώσει
εμείς θα έχουμε ισοπεδώσει
εσείς θα έχετε ισοπεδώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ισοπεδώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ισοπέδωνε
(εσείς) ισοπεδώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ισοπέδωσε
(εσείς) ισοπεδώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ισοπεδώνομαι
εσύ ισοπεδώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ισοπεδώνεται
εμείς ισοπεδωνόμαστε
εσείς ισοπεδώνεστε / ισοπεδωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ισοπεδώνονται
Παρατατικός
εγώ ισοπεδωνόμουν / ισοπεδωνόμουνα
εσύ ισοπεδωνόσουν / ισοπεδωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ισοπεδωνόταν / ισοπεδωνότανε
εμείς ισοπεδωνόμασταν / ισοπεδωνόμαστε
εσείς ισοπεδωνόσασταν / ισοπεδωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ισοπεδώνονταν / ισοπεδωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ισοπεδώθηκα
εσύ ισοπεδώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ισοπεδώθηκε
εμείς ισοπεδωθήκαμε
εσείς ισοπεδωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ισοπεδώθηκαν / ισοπεδωθήκαν / ισοπεδωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ισοπεδώνομαι
εσύ θα ισοπεδώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ισοπεδώνεται
εμείς θα ισοπεδωνόμαστε
εσείς θα ισοπεδώνεστε / θα ισοπεδωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ισοπεδώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ισοπεδωθώ
εσύ θα ισοπεδωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ισοπεδωθεί
εμείς θα ισοπεδωθούμε
εσείς θα ισοπεδωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ισοπεδωθούν / θα ισοπεδωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ισοπεδωθώ
εσύ να ισοπεδωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ισοπεδωθεί
εμείς να ισοπεδωθούμε
εσείς να ισοπεδωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ισοπεδωθούν / ισοπεδωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ισοπεδωθεί
εσύ έχεις ισοπεδωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ισοπεδωθεί
εμείς έχουμε ισοπεδωθεί
εσείς έχετε ισοπεδωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ισοπεδωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ισοπεδωθεί
εσύ είχες ισοπεδωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ισοπεδωθεί
εμείς είχαμε ισοπεδωθεί
εσείς είχατε ισοπεδωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ισοπεδωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ισοπεδωθεί
εσύ θα έχεις ισοπεδωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ισοπεδωθεί
εμείς θα έχουμε ισοπεδωθεί
εσείς θα έχετε ισοπεδωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ισοπεδωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ισοπεδώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ισοπεδώσου
(εσείς) ισοπεδωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ισοπεδώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ισοπεδώσει
Μετοχή παρακειμένου
ισοπεδωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ισοπεδώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ισοπεδωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.