to straighten (to cause to become straight)
Πλήρης κλίση του ρήματος ισιώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ισιώνω
εσύ ισιώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ισιώνει
εμείς ισιώνουμε
εσείς ισιώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ισιώνουν / ισιώνουνε
Παρατατικός
εγώ ίσιωνα
εσύ ίσιωνες
αυτός/αυτή/αυτό ίσιωνε
εμείς ισιώναμε
εσείς ισιώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ίσιωναν / ισιώναν / ισιώνανε
Αόριστος
εγώ ίσιωσα
εσύ ίσιωσες
αυτός/αυτή/αυτό ίσιωσε
εμείς ισιώσαμε
εσείς ισιώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ίσιωσαν / ισιώσαν / ισιώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ισιώνω
εσύ θα ισιώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ισιώνει
εμείς θα ισιώνουμε
εσείς θα ισιώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ισιώνουν / θα ισιώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ισιώσω
εσύ θα ισιώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ισιώσει
εμείς θα ισιώσουμε
εσείς θα ισιώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ισιώσουν / θα ισιώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ισιώσω
εσύ να ισιώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ισιώσει
εμείς να ισιώσουμε
εσείς να ισιώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ισιώσουν / ισιώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ισιώσει
εσύ έχεις ισιώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ισιώσει
εμείς έχουμε ισιώσει
εσείς έχετε ισιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ισιώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ισιώσει
εσύ είχες ισιώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ισιώσει
εμείς είχαμε ισιώσει
εσείς είχατε ισιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ισιώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ισιώσει
εσύ θα έχεις ισιώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ισιώσει
εμείς θα έχουμε ισιώσει
εσείς θα έχετε ισιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ισιώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ίσιωνε
(εσείς) ισιώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ίσιωσε
(εσείς) ισιώστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ισιώνοντας / έχοντας ισιώσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ισιωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ισιώσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.