to iridesce, to be iridescent
Πλήρης κλίση του ρήματος ιριδίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ιριδίζω
εσύ ιριδίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ιριδίζει
εμείς ιριδίζουμε
εσείς ιριδίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ιριδίζουν / ιριδίζουνε
Παρατατικός
εγώ ιρίδιζα
εσύ ιρίδιζες
αυτός/αυτή/αυτό ιρίδιζε
εμείς ιριδίζαμε
εσείς ιριδίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ιρίδιζαν / ιριδίζαν / ιριδίζανε
Αόριστος
εγώ ιρίδισα
εσύ ιρίδισες
αυτός/αυτή/αυτό ιρίδισε
εμείς ιριδίσαμε
εσείς ιριδίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ιρίδισαν / ιριδίσαν / ιριδίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ιριδίζω
εσύ θα ιριδίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ιριδίζει
εμείς θα ιριδίζουμε
εσείς θα ιριδίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ιριδίζουν / θα ιριδίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ιριδίσω
εσύ θα ιριδίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ιριδίσει
εμείς θα ιριδίσουμε
εσείς θα ιριδίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ιριδίσουν / θα ιριδίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ιριδίσω
εσύ να ιριδίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ιριδίσει
εμείς να ιριδίσουμε
εσείς να ιριδίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ιριδίσουν / ιριδίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ιριδίσει
εσύ έχεις ιριδίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ιριδίσει
εμείς έχουμε ιριδίσει
εσείς έχετε ιριδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ιριδίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ιριδίσει
εσύ είχες ιριδίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ιριδίσει
εμείς είχαμε ιριδίσει
εσείς είχατε ιριδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ιριδίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ιριδίσει
εσύ θα έχεις ιριδίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ιριδίσει
εμείς θα έχουμε ιριδίσει
εσείς θα έχετε ιριδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ιριδίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ιρίδιζε
(εσείς) ιριδίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ιρίδισε
(εσείς) ιριδίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ιριδίζοντας / έχοντας ιριδίσει
Απαρέμφατο
ιριδίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.