to mount, to be mounted on (:horse)
Πλήρης κλίση του ρήματος ιππεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ιππεύω
εσύ ιππεύεις
αυτός/αυτή/αυτό ιππεύει
εμείς ιππεύουμε
εσείς ιππεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά ιππεύουν / ιππεύουνε
Παρατατικός
εγώ ίππευα
εσύ ίππευες
αυτός/αυτή/αυτό ίππευε
εμείς ιππεύαμε
εσείς ιππεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά ίππευαν / ιππεύαν / ιππεύανε
Αόριστος
εγώ ίππευσα
εσύ ίππευσες
αυτός/αυτή/αυτό ίππευσε
εμείς ιππεύσαμε
εσείς ιππεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ίππευσαν / ιππεύσαν / ιππεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ιππεύω
εσύ θα ιππεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ιππεύει
εμείς θα ιππεύουμε
εσείς θα ιππεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ιππεύουν / θα ιππεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ιππεύσω
εσύ θα ιππεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ιππεύσει
εμείς θα ιππεύσουμε
εσείς θα ιππεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ιππεύσουν / θα ιππεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ιππεύσω
εσύ να ιππεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ιππεύσει
εμείς να ιππεύσουμε
εσείς να ιππεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ιππεύσουν / ιππεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ιππεύσει
εσύ έχεις ιππεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ιππεύσει
εμείς έχουμε ιππεύσει
εσείς έχετε ιππεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ιππεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ιππεύσει
εσύ είχες ιππεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ιππεύσει
εμείς είχαμε ιππεύσει
εσείς είχατε ιππεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ιππεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ιππεύσει
εσύ θα έχεις ιππεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ιππεύσει
εμείς θα έχουμε ιππεύσει
εσείς θα έχετε ιππεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ιππεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ίππευε
(εσείς) ιππεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ίππευσε
(εσείς) ιππεύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ιππεύοντας / έχοντας ιππεύσει
Απαρέμφατο
ιππεύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.