to sweat, to perspire
Πλήρης κλίση του ρήματος ιδρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ιδρώνω
εσύ ιδρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ιδρώνει
εμείς ιδρώνουμε
εσείς ιδρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ιδρώνουν / ιδρώνουνε
Παρατατικός
εγώ ίδρωνα
εσύ ίδρωνες
αυτός/αυτή/αυτό ίδρωνε
εμείς ιδρώναμε
εσείς ιδρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ίδρωναν / ιδρώναν / ιδρώνανε
Αόριστος
εγώ ίδρωσα
εσύ ίδρωσες
αυτός/αυτή/αυτό ίδρωσε
εμείς ιδρώσαμε
εσείς ιδρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ίδρωσαν / ιδρώσαν / ιδρώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ιδρώνω
εσύ θα ιδρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ιδρώνει
εμείς θα ιδρώνουμε
εσείς θα ιδρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ιδρώνουν / θα ιδρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ιδρώσω
εσύ θα ιδρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ιδρώσει
εμείς θα ιδρώσουμε
εσείς θα ιδρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ιδρώσουν / θα ιδρώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ιδρώσω
εσύ να ιδρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ιδρώσει
εμείς να ιδρώσουμε
εσείς να ιδρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ιδρώσουν / ιδρώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ιδρώσει
εσύ έχεις ιδρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ιδρώσει
εμείς έχουμε ιδρώσει
εσείς έχετε ιδρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ιδρώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ιδρώσει
εσύ είχες ιδρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ιδρώσει
εμείς είχαμε ιδρώσει
εσείς είχατε ιδρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ιδρώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ιδρώσει
εσύ θα έχεις ιδρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ιδρώσει
εμείς θα έχουμε ιδρώσει
εσείς θα έχετε ιδρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ιδρώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ίδρωνε
(εσείς) ιδρώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ίδρωσε
(εσείς) ιδρώστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ιδρώνοντας / έχοντας ιδρώσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ιδρωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ιδρώσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.