obsolete form of γιατρεύω (giatrévo), old spelling: ἰατρεύω (iatreúō)
Πλήρης κλίση του ρήματος ιατρεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ιατρεύω
εσύ ιατρεύεις
αυτός/αυτή/αυτό ιατρεύει
εμείς ιατρεύουμε
εσείς ιατρεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά ιατρεύουν / ιατρεύουνε
Παρατατικός
εγώ ιάτρευα
εσύ ιάτρευες
αυτός/αυτή/αυτό ιάτρευε
εμείς ιατρεύαμε
εσείς ιατρεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά ιάτρευαν / ιατρεύαν / ιατρεύανε
Αόριστος
εγώ ιάτρευσα
εσύ ιάτρευσες
αυτός/αυτή/αυτό ιάτρευσε
εμείς ιατρεύσαμε
εσείς ιατρεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ιάτρευσαν / ιατρεύσαν / ιατρεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ιατρεύω
εσύ θα ιατρεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ιατρεύει
εμείς θα ιατρεύουμε
εσείς θα ιατρεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ιατρεύουν / θα ιατρεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ιατρεύσω
εσύ θα ιατρεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ιατρεύσει
εμείς θα ιατρεύσουμε
εσείς θα ιατρεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ιατρεύσουν / θα ιατρεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ιατρεύσω
εσύ να ιατρεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ιατρεύσει
εμείς να ιατρεύσουμε
εσείς να ιατρεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ιατρεύσουν / ιατρεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ιατρεύσει
εσύ έχεις ιατρεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ιατρεύσει
εμείς έχουμε ιατρεύσει
εσείς έχετε ιατρεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ιατρεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ιατρεύσει
εσύ είχες ιατρεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ιατρεύσει
εμείς είχαμε ιατρεύσει
εσείς είχατε ιατρεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ιατρεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ιατρεύσει
εσύ θα έχεις ιατρεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ιατρεύσει
εμείς θα έχουμε ιατρεύσει
εσείς θα έχετε ιατρεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ιατρεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ιάτρευε
(εσείς) ιατρεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ιάτρευσε
(εσείς) ιατρεύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ιατρεύομαι
εσύ ιατρεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ιατρεύεται
εμείς ιατρευόμαστε
εσείς ιατρεύεστε / ιατρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ιατρεύονται
Παρατατικός
εγώ ιατρευόμουν / ιατρευόμουνα
εσύ ιατρευόσουν / ιατρευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ιατρευόταν / ιατρευότανε
εμείς ιατρευόμασταν / ιατρευόμαστε
εσείς ιατρευόσασταν / ιατρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ιατρεύονταν / ιατρευόντουσαν
Αόριστος
εγώ ιατρεύθηκα
εσύ ιατρεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ιατρεύθηκε
εμείς ιατρευθήκαμε
εσείς ιατρευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ιατρεύθηκαν / ιατρευθήκαν / ιατρευθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ιατρεύομαι
εσύ θα ιατρεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ιατρεύεται
εμείς θα ιατρευόμαστε
εσείς θα ιατρεύεστε / θα ιατρευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ιατρεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ιατρευθώ
εσύ θα ιατρευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ιατρευθεί
εμείς θα ιατρευθούμε
εσείς θα ιατρευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ιατρευθούν / θα ιατρευθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ιατρευθώ
εσύ να ιατρευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ιατρευθεί
εμείς να ιατρευθούμε
εσείς να ιατρευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ιατρευθούν / ιατρευθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ιατρευθεί
εσύ έχεις ιατρευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ιατρευθεί
εμείς έχουμε ιατρευθεί
εσείς έχετε ιατρευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ιατρευθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ιατρευθεί
εσύ είχες ιατρευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ιατρευθεί
εμείς είχαμε ιατρευθεί
εσείς είχατε ιατρευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ιατρευθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ιατρευθεί
εσύ θα έχεις ιατρευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ιατρευθεί
εμείς θα έχουμε ιατρευθεί
εσείς θα έχετε ιατρευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ιατρευθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ιατρεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ιατρεύσου
(εσείς) ιατρευθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ιατρεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ιατρεύσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ιατρευόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
ιατρευμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ιατρεύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ιατρευθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.