to get angry, anger
Πλήρης κλίση του ρήματος θυμώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ θυμώνω
εσύ θυμώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θυμώνει
εμείς θυμώνουμε
εσείς θυμώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θυμώνουν / θυμώνουνε
Παρατατικός
εγώ θύμωνα
εσύ θύμωνες
αυτός/αυτή/αυτό θύμωνε
εμείς θυμώναμε
εσείς θυμώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά θύμωναν / θυμώναν / θυμώνανε
Αόριστος
εγώ θύμωσα
εσύ θύμωσες
αυτός/αυτή/αυτό θύμωσε
εμείς θυμώσαμε
εσείς θυμώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά θύμωσαν / θυμώσαν / θυμώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα θυμώνω
εσύ θα θυμώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα θυμώνει
εμείς θα θυμώνουμε
εσείς θα θυμώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θυμώνουν / θα θυμώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θυμώσω
εσύ θα θυμώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα θυμώσει
εμείς θα θυμώσουμε
εσείς θα θυμώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θυμώσουν / θα θυμώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να θυμώσω
εσύ να θυμώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να θυμώσει
εμείς να θυμώσουμε
εσείς να θυμώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να θυμώσουν / θυμώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω θυμώσει
εσύ έχεις θυμώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει θυμώσει
εμείς έχουμε θυμώσει
εσείς έχετε θυμώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν θυμώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα θυμώσει
εσύ είχες θυμώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε θυμώσει
εμείς είχαμε θυμώσει
εσείς είχατε θυμώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν θυμώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω θυμώσει
εσύ θα έχεις θυμώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει θυμώσει
εμείς θα έχουμε θυμώσει
εσείς θα έχετε θυμώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν θυμώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) θύμωνε
(εσείς) θυμώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) θύμωσε
(εσείς) θυμώστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
θυμώνοντας / έχοντας θυμώσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
θυμωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
θυμώσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.