to shatter, smash, break
Πλήρης κλίση του ρήματος θρυμματίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ θρυμματίζω
εσύ θρυμματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θρυμματίζει
εμείς θρυμματίζουμε
εσείς θρυμματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θρυμματίζουν / θρυμματίζουνε
Παρατατικός
εγώ θρυμμάτιζα
εσύ θρυμμάτιζες
αυτός/αυτή/αυτό θρυμμάτιζε
εμείς θρυμματίζαμε
εσείς θρυμματίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά θρυμμάτιζαν / θρυμματίζαν / θρυμματίζανε
Αόριστος
εγώ θρυμμάτισα
εσύ θρυμμάτισες
αυτός/αυτή/αυτό θρυμμάτισε
εμείς θρυμματίσαμε
εσείς θρυμματίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά θρυμμάτισαν / θρυμματίσαν / θρυμματίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα θρυμματίζω
εσύ θα θρυμματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα θρυμματίζει
εμείς θα θρυμματίζουμε
εσείς θα θρυμματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θρυμματίζουν / θα θρυμματίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θρυμματίσω
εσύ θα θρυμματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα θρυμματίσει
εμείς θα θρυμματίσουμε
εσείς θα θρυμματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θρυμματίσουν / θα θρυμματίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να θρυμματίσω
εσύ να θρυμματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να θρυμματίσει
εμείς να θρυμματίσουμε
εσείς να θρυμματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να θρυμματίσουν / θρυμματίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω θρυμματίσει
εσύ έχεις θρυμματίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει θρυμματίσει
εμείς έχουμε θρυμματίσει
εσείς έχετε θρυμματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν θρυμματίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα θρυμματίσει
εσύ είχες θρυμματίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε θρυμματίσει
εμείς είχαμε θρυμματίσει
εσείς είχατε θρυμματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν θρυμματίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω θρυμματίσει
εσύ θα έχεις θρυμματίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει θρυμματίσει
εμείς θα έχουμε θρυμματίσει
εσείς θα έχετε θρυμματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν θρυμματίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) θρυμμάτιζε
(εσείς) θρυμματίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) θρυμμάτισε
(εσείς) θρυμματίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ θρυμματίζομαι
εσύ θρυμματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θρυμματίζεται
εμείς θρυμματιζόμαστε
εσείς θρυμματίζεστε / θρυμματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θρυμματίζονται
Παρατατικός
εγώ θρυμματιζόμουν / θρυμματιζόμουνα
εσύ θρυμματιζόσουν / θρυμματιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό θρυμματιζόταν / θρυμματιζότανε
εμείς θρυμματιζόμασταν / θρυμματιζόμαστε
εσείς θρυμματιζόσασταν / θρυμματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θρυμματίζονταν / θρυμματιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ θρυμματίστηκα
εσύ θρυμματίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό θρυμματίστηκε
εμείς θρυμματιστήκαμε
εσείς θρυμματιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά θρυμματίστηκαν / θρυμματιστήκαν / θρυμματιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα θρυμματίζομαι
εσύ θα θρυμματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα θρυμματίζεται
εμείς θα θρυμματιζόμαστε
εσείς θα θρυμματίζεστε / θα θρυμματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θρυμματίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θρυμματιστώ
εσύ θα θρυμματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα θρυμματιστεί
εμείς θα θρυμματιστούμε
εσείς θα θρυμματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θρυμματιστούν / θα θρυμματιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να θρυμματιστώ
εσύ να θρυμματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να θρυμματιστεί
εμείς να θρυμματιστούμε
εσείς να θρυμματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να θρυμματιστούν / θρυμματιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω θρυμματιστεί
εσύ έχεις θρυμματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει θρυμματιστεί
εμείς έχουμε θρυμματιστεί
εσείς έχετε θρυμματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν θρυμματιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα θρυμματιστεί
εσύ είχες θρυμματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε θρυμματιστεί
εμείς είχαμε θρυμματιστεί
εσείς είχατε θρυμματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν θρυμματιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω θρυμματιστεί
εσύ θα έχεις θρυμματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει θρυμματιστεί
εμείς θα έχουμε θρυμματιστεί
εσείς θα έχετε θρυμματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν θρυμματιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) θρυμματίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) θρυμματίσου
(εσείς) θρυμματιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
θρυμματίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας θρυμματίσει
Μετοχή παρακειμένου
θρυμματισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
θρυμματίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
θρυμματιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.