Κλίση του ρήματος θριαμβεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

θριαμβεύω
to triumph, prevail
Πλήρης κλίση του ρήματος θριαμβεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ θριαμβεύω
εσύ θριαμβεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θριαμβεύει
εμείς θριαμβεύουμε
εσείς θριαμβεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θριαμβεύουν / θριαμβεύουνε

Παρατατικός

εγώ θριάμβευα
εσύ θριάμβευες
αυτός/αυτή/αυτό θριάμβευε
εμείς θριαμβεύαμε
εσείς θριαμβεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά θριάμβευαν / θριαμβεύαν / θριαμβεύανε

Αόριστος

εγώ θριάμβευσα
εσύ θριάμβευσες
αυτός/αυτή/αυτό θριάμβευσε
εμείς θριαμβεύσαμε
εσείς θριαμβεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά θριάμβευσαν / θριαμβεύσαν / θριαμβεύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα θριαμβεύω
εσύ θα θριαμβεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα θριαμβεύει
εμείς θα θριαμβεύουμε
εσείς θα θριαμβεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θριαμβεύουν / θα θριαμβεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα θριαμβεύσω
εσύ θα θριαμβεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα θριαμβεύσει
εμείς θα θριαμβεύσουμε
εσείς θα θριαμβεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θριαμβεύσουν / θα θριαμβεύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να θριαμβεύσω
εσύ να θριαμβεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να θριαμβεύσει
εμείς να θριαμβεύσουμε
εσείς να θριαμβεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να θριαμβεύσουν / θριαμβεύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω θριαμβεύσει
εσύ έχεις θριαμβεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει θριαμβεύσει
εμείς έχουμε θριαμβεύσει
εσείς έχετε θριαμβεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν θριαμβεύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα θριαμβεύσει
εσύ είχες θριαμβεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε θριαμβεύσει
εμείς είχαμε θριαμβεύσει
εσείς είχατε θριαμβεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν θριαμβεύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω θριαμβεύσει
εσύ θα έχεις θριαμβεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει θριαμβεύσει
εμείς θα έχουμε θριαμβεύσει
εσείς θα έχετε θριαμβεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν θριαμβεύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) θριάμβευε
(εσείς) θριαμβεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) θριάμβευσε
(εσείς) θριαμβεύστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

θριαμβεύοντας / έχοντας θριαμβεύσει

Απαρέμφατο

θριαμβεύσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.