to mourn, lament
Πλήρης κλίση του ρήματος θρηνώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ θρηνώ
εσύ θρηνείς
αυτός/αυτή/αυτό θρηνεί
εμείς θρηνούμε
εσείς θρηνείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θρηνούν / θρηνούνε
Παρατατικός
εγώ θρηνούσα
εσύ θρηνούσες
αυτός/αυτή/αυτό θρηνούσε
εμείς θρηνούσαμε
εσείς θρηνούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά θρηνούσαν / θρηνούσανε
Αόριστος
εγώ θρήνησα
εσύ θρήνησες
αυτός/αυτή/αυτό θρήνησε
εμείς θρηνήσαμε
εσείς θρηνήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά θρήνησαν / θρηνήσαν / θρηνήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα θρηνώ
εσύ θα θρηνείς
αυτός/αυτή/αυτό θα θρηνεί
εμείς θα θρηνούμε
εσείς θα θρηνείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θρηνούν / θα θρηνούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θρηνήσω
εσύ θα θρηνήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα θρηνήσει
εμείς θα θρηνήσουμε
εσείς θα θρηνήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θρηνήσουν / θα θρηνήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να θρηνήσω
εσύ να θρηνήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να θρηνήσει
εμείς να θρηνήσουμε
εσείς να θρηνήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να θρηνήσουν / θρηνήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω θρηνήσει
εσύ έχεις θρηνήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει θρηνήσει
εμείς έχουμε θρηνήσει
εσείς έχετε θρηνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν θρηνήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα θρηνήσει
εσύ είχες θρηνήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε θρηνήσει
εμείς είχαμε θρηνήσει
εσείς είχατε θρηνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν θρηνήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω θρηνήσει
εσύ θα έχεις θρηνήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει θρηνήσει
εμείς θα έχουμε θρηνήσει
εσείς θα έχετε θρηνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν θρηνήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) θρηνείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) θρήνησε
(εσείς) θρηνήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ θρηνούμαι
εσύ θρηνείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θρηνείται
εμείς θρηνούμαστε / θρηνούμεθα
εσείς θρηνείστε / θρηνείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θρηνούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό θρηνούνταν
εμείς θρηνούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θρηνούνταν
Αόριστος
εγώ θρηνήθηκα
εσύ θρηνήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό θρηνήθηκε
εμείς θρηνηθήκαμε
εσείς θρηνηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά θρηνήθηκαν / θρηνηθήκαν / θρηνηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα θρηνούμαι
εσύ θα θρηνείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα θρηνείται
εμείς θα θρηνούμαστε / θα θρηνούμεθα
εσείς θα θρηνείστε / θα θρηνείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θρηνούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θρηνηθώ
εσύ θα θρηνηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα θρηνηθεί
εμείς θα θρηνηθούμε
εσείς θα θρηνηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θρηνηθούν / θα θρηνηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να θρηνηθώ
εσύ να θρηνηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να θρηνηθεί
εμείς να θρηνηθούμε
εσείς να θρηνηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να θρηνηθούν / θρηνηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω θρηνηθεί
εσύ έχεις θρηνηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει θρηνηθεί
εμείς έχουμε θρηνηθεί
εσείς έχετε θρηνηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν θρηνηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα θρηνηθεί
εσύ είχες θρηνηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε θρηνηθεί
εμείς είχαμε θρηνηθεί
εσείς είχατε θρηνηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν θρηνηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω θρηνηθεί
εσύ θα έχεις θρηνηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει θρηνηθεί
εμείς θα έχουμε θρηνηθεί
εσείς θα έχετε θρηνηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν θρηνηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) θρηνείστε / θρηνείσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) θρηνήσου
(εσείς) θρηνηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
θρηνώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας θρηνήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
θρηνούμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο
θρηνήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
θρηνηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.