to suckle, breast-feed
Πλήρης κλίση του ρήματος θηλάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ θηλάζω
εσύ θηλάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θηλάζει
εμείς θηλάζουμε
εσείς θηλάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θηλάζουν / θηλάζουνε
Παρατατικός
εγώ θήλαζα
εσύ θήλαζες
αυτός/αυτή/αυτό θήλαζε
εμείς θηλάζαμε
εσείς θηλάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά θήλαζαν / θηλάζαν / θηλάζανε
Αόριστος
εγώ θήλασα
εσύ θήλασες
αυτός/αυτή/αυτό θήλασε
εμείς θηλάσαμε
εσείς θηλάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά θήλασαν / θηλάσαν / θηλάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα θηλάζω
εσύ θα θηλάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα θηλάζει
εμείς θα θηλάζουμε
εσείς θα θηλάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θηλάζουν / θα θηλάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θηλάσω
εσύ θα θηλάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα θηλάσει
εμείς θα θηλάσουμε
εσείς θα θηλάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θηλάσουν / θα θηλάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να θηλάσω
εσύ να θηλάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να θηλάσει
εμείς να θηλάσουμε
εσείς να θηλάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να θηλάσουν / θηλάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω θηλάσει
εσύ έχεις θηλάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει θηλάσει
εμείς έχουμε θηλάσει
εσείς έχετε θηλάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν θηλάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα θηλάσει
εσύ είχες θηλάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε θηλάσει
εμείς είχαμε θηλάσει
εσείς είχατε θηλάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν θηλάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω θηλάσει
εσύ θα έχεις θηλάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει θηλάσει
εμείς θα έχουμε θηλάσει
εσείς θα έχετε θηλάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν θηλάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) θήλαζε
(εσείς) θηλάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) θήλασε
(εσείς) θηλάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
θηλάζοντας / έχοντας θηλάσει
Απαρέμφατο
θηλάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.