to deify
Πλήρης κλίση του ρήματος θεοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ θεοποιώ
εσύ θεοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θεοποιεί
εμείς θεοποιούμε
εσείς θεοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θεοποιούν / θεοποιούνε
Παρατατικός
εγώ θεοποιούσα
εσύ θεοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό θεοποιούσε
εμείς θεοποιούσαμε
εσείς θεοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά θεοποιούσαν / θεοποιούσανε
Αόριστος
εγώ θεοποίησα
εσύ θεοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό θεοποίησε
εμείς θεοποιήσαμε
εσείς θεοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά θεοποίησαν / θεοποιήσαν / θεοποιήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα θεοποιώ
εσύ θα θεοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα θεοποιεί
εμείς θα θεοποιούμε
εσείς θα θεοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θεοποιούν / θα θεοποιούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θεοποιήσω
εσύ θα θεοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα θεοποιήσει
εμείς θα θεοποιήσουμε
εσείς θα θεοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θεοποιήσουν / θα θεοποιήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να θεοποιήσω
εσύ να θεοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να θεοποιήσει
εμείς να θεοποιήσουμε
εσείς να θεοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να θεοποιήσουν / θεοποιήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω θεοποιήσει
εσύ έχεις θεοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει θεοποιήσει
εμείς έχουμε θεοποιήσει
εσείς έχετε θεοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν θεοποιήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα θεοποιήσει
εσύ είχες θεοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε θεοποιήσει
εμείς είχαμε θεοποιήσει
εσείς είχατε θεοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν θεοποιήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω θεοποιήσει
εσύ θα έχεις θεοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει θεοποιήσει
εμείς θα έχουμε θεοποιήσει
εσείς θα έχετε θεοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν θεοποιήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) θεοποιείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) θεοποίησε
(εσείς) θεοποιήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ θεοποιούμαι
εσύ θεοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θεοποιείται
εμείς θεοποιούμαστε / θεοποιόμαστε
εσείς θεοποιείστε / θεοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θεοποιούνται
Παρατατικός
εγώ θεοποιούμουν / θεοποιούμουνα / θεοποιόμουν / θεοποιόμουνα
εσύ θεοποιόσουν / θεοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό θεοποιούνταν / θεοποιόταν / θεοποιότανε / θεοποιείτο
εμείς θεοποιούμασταν / ‑ούμαστε / θεοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς θεοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θεοποιούνταν / θεοποιόνταν / θεοποιόντανε / θεοποιόντουσαν / θεοποιούντο
Αόριστος
εγώ θεοποιήθηκα
εσύ θεοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό θεοποιήθηκε
εμείς θεοποιηθήκαμε
εσείς θεοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά θεοποιήθηκαν / θεοποιηθήκαν / θεοποιηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα θεοποιούμαι
εσύ θα θεοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα θεοποιείται
εμείς θα θεοποιούμαστε / θα θεοποιόμαστε
εσείς θα θεοποιείστε / θα θεοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θεοποιούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θεοποιηθώ
εσύ θα θεοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα θεοποιηθεί
εμείς θα θεοποιηθούμε
εσείς θα θεοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θεοποιηθούν / θα θεοποιηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να θεοποιηθώ
εσύ να θεοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να θεοποιηθεί
εμείς να θεοποιηθούμε
εσείς να θεοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να θεοποιηθούν / θεοποιηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω θεοποιηθεί
εσύ έχεις θεοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει θεοποιηθεί
εμείς έχουμε θεοποιηθεί
εσείς έχετε θεοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν θεοποιηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα θεοποιηθεί
εσύ είχες θεοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε θεοποιηθεί
εμείς είχαμε θεοποιηθεί
εσείς είχατε θεοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν θεοποιηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω θεοποιηθεί
εσύ θα έχεις θεοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει θεοποιηθεί
εμείς θα έχουμε θεοποιηθεί
εσείς θα έχετε θεοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν θεοποιηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) θεοποιείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) θεοποιήσου
(εσείς) θεοποιηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
θεοποιώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας θεοποιήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
θεοποιούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
θεοποιημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
θεοποιήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
θεοποιηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.