Κλίση του ρήματος θίγω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

θίγω
to hurt, to offend (to affront)
Πλήρης κλίση του ρήματος θίγω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ θίγω
εσύ θίγεις
αυτός/αυτή/αυτό θίγει
εμείς θίγουμε
εσείς θίγετε
αυτοί/αυτές/αυτά θίγουν / θίγουνε

Παρατατικός

εγώ έθιγα
εσύ έθιγες
αυτός/αυτή/αυτό έθιγε
εμείς θίγαμε
εσείς θίγατε
αυτοί/αυτές/αυτά έθιγαν / θίγαν / θίγανε

Αόριστος

εγώ έθιξα
εσύ έθιξες
αυτός/αυτή/αυτό έθιξε
εμείς θίξαμε
εσείς θίξατε
αυτοί/αυτές/αυτά έθιξαν / θίξαν / θίξανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα θίγω
εσύ θα θίγεις
αυτός/αυτή/αυτό θα θίγει
εμείς θα θίγουμε
εσείς θα θίγετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θίγουν / θα θίγουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα θίξω
εσύ θα θίξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα θίξει
εμείς θα θίξουμε
εσείς θα θίξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θίξουν / θα θίξουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να θίξω
εσύ να θίξεις
αυτός/αυτή/αυτό να θίξει
εμείς να θίξουμε
εσείς να θίξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να θίξουν / θίξουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω θίξει
εσύ έχεις θίξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει θίξει
εμείς έχουμε θίξει
εσείς έχετε θίξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν θίξει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα θίξει
εσύ είχες θίξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε θίξει
εμείς είχαμε θίξει
εσείς είχατε θίξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν θίξει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω θίξει
εσύ θα έχεις θίξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει θίξει
εμείς θα έχουμε θίξει
εσείς θα έχετε θίξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν θίξει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) θίγε
(εσείς) θίγετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) θίξε
(εσείς) θίξτε / θίχτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ θίγομαι
εσύ θίγεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θίγεται
εμείς θιγόμαστε
εσείς θίγεστε / θιγόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θίγονται

Παρατατικός

εγώ θιγόμουν / θιγόμουνα
εσύ θιγόσουν / θιγόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό θιγόταν / θιγότανε
εμείς θιγόμασταν / θιγόμαστε
εσείς θιγόσασταν / θιγόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θίγονταν / θιγόντουσαν

Αόριστος

εγώ θίχτηκα
εσύ θίχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό θίχτηκε
εμείς θιχτήκαμε
εσείς θιχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά θίχτηκαν / θιχτήκαν / θιχτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα θίγομαι
εσύ θα θίγεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα θίγεται
εμείς θα θιγόμαστε
εσείς θα θίγεστε / θα θιγόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θίγονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα θιχτώ
εσύ θα θιχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα θιχτεί
εμείς θα θιχτούμε
εσείς θα θιχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θιχτούν / θα θιχτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να θιχτώ
εσύ να θιχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να θιχτεί
εμείς να θιχτούμε
εσείς να θιχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να θιχτούν / θιχτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω θιχτεί
εσύ έχεις θιχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει θιχτεί
εμείς έχουμε θιχτεί
εσείς έχετε θιχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν θιχτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα θιχτεί
εσύ είχες θιχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε θιχτεί
εμείς είχαμε θιχτεί
εσείς είχατε θιχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν θιχτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω θιχτεί
εσύ θα έχεις θιχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει θιχτεί
εμείς θα έχουμε θιχτεί
εσείς θα έχετε θιχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν θιχτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) θίγεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) θίξου
(εσείς) θιχτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

θίγοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας θίξει

Μετοχή παρακειμένου

θιγμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

θίξει

Απαρέμφατο (παθητικό)

θιχτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.