to make comfortable
Πλήρης κλίση του ρήματος θάλπω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ θάλπω
εσύ θάλπεις
αυτός/αυτή/αυτό θάλπει
εμείς θάλπουμε
εσείς θάλπετε
αυτοί/αυτές/αυτά θάλπουν / θάλπουνε
Παρατατικός
εγώ έθαλπα
εσύ έθαλπες
αυτός/αυτή/αυτό έθαλπε
εμείς θάλπαμε
εσείς θάλπατε
αυτοί/αυτές/αυτά έθαλπα
Αόριστος
εγώ έθαλψα
εσύ έθαλψες
αυτός/αυτή/αυτό έθαλψε
εμείς θάλψαμε
εσείς θάλψατε
αυτοί/αυτές/αυτά έθαλψαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα θάλπω
εσύ θα θάλπεις
αυτός/αυτή/αυτό θα θάλπει
εμείς θα θάλπουμε
εσείς θα θάλπετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θάλπουν / θα θάλπουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θάλψω
εσύ θα θάλψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα θάλψει
εμείς θα θάλψουμε
εσείς θα θάλψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θάλψουν / θα θάλψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να θάλψω
εσύ να θάλψεις
αυτός/αυτή/αυτό να θάλψει
εμείς να θάλψουμε
εσείς να θάλψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να θάλψουν / θάλψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω θάλψει
εσύ έχεις θάλψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει θάλψει
εμείς έχουμε θάλψει
εσείς έχετε θάλψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν θάλψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα θάλψει
εσύ είχες θάλψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε θάλψει
εμείς είχαμε θάλψει
εσείς είχατε θάλψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν θάλψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω θάλψει
εσύ θα έχεις θάλψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει θάλψει
εμείς θα έχουμε θάλψει
εσείς θα έχετε θάλψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν θάλψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) θάλπε
(εσείς) θάλπετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) θάλψε
(εσείς) θάλψτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
θάλποντας / έχοντας θάλψει
Απαρέμφατο
θάλψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.