to bury, inter
Πλήρης κλίση του ρήματος θάβω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ θάβω
εσύ θάβεις
αυτός/αυτή/αυτό θάβει
εμείς θάβουμε
εσείς θάβετε
αυτοί/αυτές/αυτά θάβουν / θάβουνε
Παρατατικός
εγώ έθαβα
εσύ έθαβες
αυτός/αυτή/αυτό έθαβε
εμείς θάβαμε
εσείς θάβατε
αυτοί/αυτές/αυτά έθαβαν / θάβαν / θάβανε
Αόριστος
εγώ έθαψα
εσύ έθαψες
αυτός/αυτή/αυτό έθαψε
εμείς θάψαμε
εσείς θάψατε
αυτοί/αυτές/αυτά έθαψαν / θάψαν / θάψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα θάβω
εσύ θα θάβεις
αυτός/αυτή/αυτό θα θάβει
εμείς θα θάβουμε
εσείς θα θάβετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θάβουν / θα θάβουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θάψω
εσύ θα θάψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα θάψει
εμείς θα θάψουμε
εσείς θα θάψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θάψουν / θα θάψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να θάψω
εσύ να θάψεις
αυτός/αυτή/αυτό να θάψει
εμείς να θάψουμε
εσείς να θάψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να θάψουν / θάψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω θάψει
εσύ έχεις θάψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει θάψει
εμείς έχουμε θάψει
εσείς έχετε θάψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν θάψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα θάψει
εσύ είχες θάψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε θάψει
εμείς είχαμε θάψει
εσείς είχατε θάψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν θάψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω θάψει
εσύ θα έχεις θάψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει θάψει
εμείς θα έχουμε θάψει
εσείς θα έχετε θάψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν θάψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) θάβε
(εσείς) θάβετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) θάψε / θάφ'
(εσείς) θάψτε / θάφτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ θάβομαι
εσύ θάβεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θάβεται
εμείς θαβόμαστε
εσείς θάβεστε / θαβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θάβονται
Παρατατικός
εγώ θαβόμουν / θαβόμουνα
εσύ θαβόσουν / θαβόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό θαβόταν / θαβότανε
εμείς θαβόμασταν / θαβόμαστε
εσείς θαβόσασταν / θαβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θάβονταν / θαβόντουσαν
Αόριστος
εγώ θάφτηκα / τάφηκα
εσύ θάφτηκες / τάφηκες
αυτός/αυτή/αυτό θάφτηκε / τάφηκε / ετάφη
εμείς θαφτήκαμε / ταφήκαμε
εσείς θαφτήκατε / ταφήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά θάφτηκαν / θαφτήκαν / θαφτήκανε / τάφηκαν / ταφήκαν / ταφήκανε / ετάφησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα θάβομαι
εσύ θα θάβεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα θάβεται
εμείς θα θαβόμαστε
εσείς θα θάβεστε / θα θαβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θάβονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θαφτώ / θα ταφώ
εσύ θα θαφτείς / θα ταφείς
αυτός/αυτή/αυτό θα θαφτεί / θα ταφεί
εμείς θα θαφτούμε / θα ταφούμε
εσείς θα θαφτείτε / θα ταφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θαφτούν / θα θαφτούνε / θα ταφούν / θα ταφούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να θαφτώ / ταφώ
εσύ να θαφτείς / ταφείς
αυτός/αυτή/αυτό να θαφτεί / ταφεί
εμείς να θαφτούμε / ταφούμε
εσείς να θαφτείτε / ταφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να θαφτούν / θαφτούνε / ταφούν / ταφούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω θαφτεί / ταφεί
εσύ έχεις θαφτεί / ταφεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει θαφτεί / ταφεί
εμείς έχουμε θαφτεί / ταφεί
εσείς έχετε θαφτεί / ταφεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν θαφτεί / ταφεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα θαφτεί / ταφεί
εσύ είχες θαφτεί / ταφεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε θαφτεί / ταφεί
εμείς είχαμε θαφτεί / ταφεί
εσείς είχατε θαφτεί / ταφεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν θαφτεί / ταφεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω θαφτεί / ταφεί
εσύ θα έχεις θαφτεί / ταφεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει θαφτεί / ταφεί
εμείς θα έχουμε θαφτεί / ταφεί
εσείς θα έχετε θαφτεί / ταφεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν θαφτεί / ταφεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) θάβεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) θάψου
(εσείς) θαφτείτε / ταφείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
θάβοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας θάψει
Μετοχή παρακειμένου
θαμμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
θάψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
θαφτεί / ταφεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.