to sound
Πλήρης κλίση του ρήματος ηχώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ηχώ
εσύ ηχείς
αυτός/αυτή/αυτό ηχεί
εμείς ηχούμε
εσείς ηχείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ηχούν / ηχούνε
Παρατατικός
εγώ ηχούσα
εσύ ηχούσες
αυτός/αυτή/αυτό ηχούσε
εμείς ηχούσαμε
εσείς ηχούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ηχούσαν / ηχούσανε
Αόριστος
εγώ ήχησα
εσύ ήχησες
αυτός/αυτή/αυτό ήχησε
εμείς ηχήσαμε
εσείς ηχήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ήχησαν / ηχήσαν / ηχήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ηχώ
εσύ θα ηχείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ηχεί
εμείς θα ηχούμε
εσείς θα ηχείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ηχούν / θα ηχούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ηχήσω
εσύ θα ηχήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ηχήσει
εμείς θα ηχήσουμε
εσείς θα ηχήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ηχήσουν / θα ηχήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ηχήσω
εσύ να ηχήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ηχήσει
εμείς να ηχήσουμε
εσείς να ηχήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ηχήσουν / ηχήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ηχήσει
εσύ έχεις ηχήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ηχήσει
εμείς έχουμε ηχήσει
εσείς έχετε ηχήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ηχήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ηχήσει
εσύ είχες ηχήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ηχήσει
εμείς είχαμε ηχήσει
εσείς είχατε ηχήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ηχήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ηχήσει
εσύ θα έχεις ηχήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ηχήσει
εμείς θα έχουμε ηχήσει
εσείς θα έχετε ηχήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ηχήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ηχείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ήχησε
(εσείς) ηχήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ηχώντας / έχοντας ηχήσει
Απαρέμφατο
ηχήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.