to settle down, quieten down
Πλήρης κλίση του ρήματος ησυχάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ησυχάζω
εσύ ησυχάζεις
αυτός/αυτή/αυτό ησυχάζει
εμείς ησυχάζουμε
εσείς ησυχάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ησυχάζουν / ησυχάζουνε
Παρατατικός
εγώ ησύχαζα
εσύ ησύχαζες
αυτός/αυτή/αυτό ησύχαζε
εμείς ησυχάζαμε
εσείς ησυχάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ησύχαζαν / ησυχάζαν / ησυχάζανε
Αόριστος
εγώ ησύχασα
εσύ ησύχασες
αυτός/αυτή/αυτό ησύχασε
εμείς ησυχάσαμε
εσείς ησυχάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ησύχασαν / ησυχάσαν / ησυχάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ησυχάζω
εσύ θα ησυχάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ησυχάζει
εμείς θα ησυχάζουμε
εσείς θα ησυχάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ησυχάζουν / θα ησυχάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ησυχάσω
εσύ θα ησυχάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ησυχάσει
εμείς θα ησυχάσουμε
εσείς θα ησυχάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ησυχάσουν / θα ησυχάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ησυχάσω
εσύ να ησυχάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ησυχάσει
εμείς να ησυχάσουμε
εσείς να ησυχάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ησυχάσουν / ησυχάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ησυχάσει
εσύ έχεις ησυχάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ησυχάσει
εμείς έχουμε ησυχάσει
εσείς έχετε ησυχάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ησυχάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ησυχάσει
εσύ είχες ησυχάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ησυχάσει
εμείς είχαμε ησυχάσει
εσείς είχατε ησυχάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ησυχάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ησυχάσει
εσύ θα έχεις ησυχάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ησυχάσει
εμείς θα έχουμε ησυχάσει
εσείς θα έχετε ησυχάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ησυχάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ησύχαζε
(εσείς) ησυχάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ησύχασε
(εσείς) ησυχάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ησυχάζοντας / έχοντας ησυχάσει
Απαρέμφατο
ησυχάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.