I domesticate, tame, break in
Πλήρης κλίση του ρήματος ημερεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ημερεύω
εσύ ημερεύεις
αυτός/αυτή/αυτό ημερεύει
εμείς ημερεύουμε
εσείς ημερεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά ημερεύουν / ημερεύουνε
Παρατατικός
εγώ ημέρευα
εσύ ημέρευες
αυτός/αυτή/αυτό ημέρευε
εμείς ημερεύαμε
εσείς ημερεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά ημέρευαν / ημερεύαν / ημερεύανε
Αόριστος
εγώ ημέρεψα
εσύ ημέρεψες
αυτός/αυτή/αυτό ημέρεψε
εμείς ημερέψαμε
εσείς ημερέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά ημέρεψαν / ημερέψαν / ημερέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ημερεύω
εσύ θα ημερεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ημερεύει
εμείς θα ημερεύουμε
εσείς θα ημερεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ημερεύουν / θα ημερεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ημερέψω
εσύ θα ημερέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ημερέψει
εμείς θα ημερέψουμε
εσείς θα ημερέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ημερέψουν / θα ημερέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ημερέψω
εσύ να ημερέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να ημερέψει
εμείς να ημερέψουμε
εσείς να ημερέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ημερέψουν / ημερέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ημερέψει
εσύ έχεις ημερέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ημερέψει
εμείς έχουμε ημερέψει
εσείς έχετε ημερέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ημερέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ημερέψει
εσύ είχες ημερέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ημερέψει
εμείς είχαμε ημερέψει
εσείς είχατε ημερέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ημερέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ημερέψει
εσύ θα έχεις ημερέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ημερέψει
εμείς θα έχουμε ημερέψει
εσείς θα έχετε ημερέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ημερέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ημέρευε
(εσείς) ημερεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ημέρεψε / ημέρευ' ¹
(εσείς) ημερέψτε / ημερεύτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ημερεύοντας / έχοντας ημερέψει
Απαρέμφατο
ημερέψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.