alternative form of λιάζω (liázo)
Πλήρης κλίση του ρήματος ηλιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ηλιάζω
εσύ ηλιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό ηλιάζει
εμείς ηλιάζουμε
εσείς ηλιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ηλιάζουν / ηλιάζουνε
Παρατατικός
εγώ έλιαζα
εσύ έλιαζες
αυτός/αυτή/αυτό έλιαζε
εμείς ηλιάζαμε
εσείς ηλιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά έλιαζαν / ηλιάζαν / ηλιάζανε
Αόριστος
εγώ έλιασα
εσύ έλιασες
αυτός/αυτή/αυτό έλιασε
εμείς ηλιάσαμε
εσείς ηλιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έλιασαν / ηλιάσαν / ηλιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ηλιάζω
εσύ θα ηλιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ηλιάζει
εμείς θα ηλιάζουμε
εσείς θα ηλιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ηλιάζουν / θα ηλιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ηλιάσω
εσύ θα ηλιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ηλιάσει
εμείς θα ηλιάσουμε
εσείς θα ηλιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ηλιάσουν / θα ηλιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ηλιάσω
εσύ να ηλιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ηλιάσει
εμείς να ηλιάσουμε
εσείς να ηλιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ηλιάσουν / ηλιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ηλιάσει
εσύ έχεις ηλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ηλιάσει
εμείς έχουμε ηλιάσει
εσείς έχετε ηλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ηλιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ηλιάσει
εσύ είχες ηλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ηλιάσει
εμείς είχαμε ηλιάσει
εσείς είχατε ηλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ηλιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ηλιάσει
εσύ θα έχεις ηλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ηλιάσει
εμείς θα έχουμε ηλιάσει
εσείς θα έχετε ηλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ηλιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ηλιάζε
(εσείς) ηλιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ηλιάσε
(εσείς) ηλιάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ηλιάζομαι
εσύ ηλιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ηλιάζεται
εμείς ηλιαζόμαστε
εσείς ηλιάζεστε / ηλιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ηλιάζονται
Παρατατικός
εγώ ηλιαζόμουν / ηλιαζόμουνα
εσύ ηλιαζόσουν / ηλιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ηλιαζόταν / ηλιαζότανε
εμείς ηλιαζόμασταν / ηλιαζόμαστε
εσείς ηλιαζόσασταν / ηλιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ηλιάζονταν / ηλιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ηλιάστηκα
εσύ ηλιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ηλιάστηκε
εμείς ηλιαστήκαμε
εσείς ηλιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ηλιάστηκαν / ηλιαστήκαν / ηλιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ηλιάζομαι
εσύ θα ηλιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ηλιάζεται
εμείς θα ηλιαζόμαστε
εσείς θα ηλιάζεστε / θα ηλιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ηλιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ηλιαστώ
εσύ θα ηλιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ηλιαστεί
εμείς θα ηλιαστούμε
εσείς θα ηλιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ηλιαστούν / θα ηλιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ηλιαστώ
εσύ να ηλιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ηλιαστεί
εμείς να ηλιαστούμε
εσείς να ηλιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ηλιαστούν / ηλιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ηλιαστεί
εσύ έχεις ηλιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ηλιαστεί
εμείς έχουμε ηλιαστεί
εσείς έχετε ηλιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ηλιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ηλιαστεί
εσύ είχες ηλιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ηλιαστεί
εμείς είχαμε ηλιαστεί
εσείς είχατε ηλιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ηλιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ηλιαστεί
εσύ θα έχεις ηλιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ηλιαστεί
εμείς θα έχουμε ηλιαστεί
εσείς θα έχετε ηλιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ηλιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ηλιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ηλιάσου
(εσείς) ηλιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ηλιάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ηλιάσει
Μετοχή παρακειμένου
ηλιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ηλιάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ηλιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.