Κλίση του ρήματος ηλεκτροδοτώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ηλεκτροδοτώ
to supply with electricity, install electricity
Πλήρης κλίση του ρήματος ηλεκτροδοτώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ηλεκτροδοτώ
εσύ ηλεκτροδοτείς
αυτός/αυτή/αυτό ηλεκτροδοτεί
εμείς ηλεκτροδοτούμε
εσείς ηλεκτροδοτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ηλεκτροδοτούν / ηλεκτροδοτούνε

Παρατατικός

εγώ ηλεκτροδοτούσα
εσύ ηλεκτροδοτούσες
αυτός/αυτή/αυτό ηλεκτροδοτούσε
εμείς ηλεκτροδοτούσαμε
εσείς ηλεκτροδοτούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ηλεκτροδοτούσαν / ηλεκτροδοτούσανε

Αόριστος

εγώ ηλεκτροδότησα
εσύ ηλεκτροδότησες
αυτός/αυτή/αυτό ηλεκτροδότησε
εμείς ηλεκτροδοτήσαμε
εσείς ηλεκτροδοτήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ηλεκτροδότησαν / ηλεκτροδοτήσαν / ηλεκτροδοτήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ηλεκτροδοτώ
εσύ θα ηλεκτροδοτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ηλεκτροδοτεί
εμείς θα ηλεκτροδοτούμε
εσείς θα ηλεκτροδοτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ηλεκτροδοτούν / θα ηλεκτροδοτούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ηλεκτροδοτήσω
εσύ θα ηλεκτροδοτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ηλεκτροδοτήσει
εμείς θα ηλεκτροδοτήσουμε
εσείς θα ηλεκτροδοτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ηλεκτροδοτήσουν / θα ηλεκτροδοτήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ηλεκτροδοτήσω
εσύ να ηλεκτροδοτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ηλεκτροδοτήσει
εμείς να ηλεκτροδοτήσουμε
εσείς να ηλεκτροδοτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ηλεκτροδοτήσουν / ηλεκτροδοτήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ηλεκτροδοτήσει
εσύ έχεις ηλεκτροδοτήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ηλεκτροδοτήσει
εμείς έχουμε ηλεκτροδοτήσει
εσείς έχετε ηλεκτροδοτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ηλεκτροδοτήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ηλεκτροδοτήσει
εσύ είχες ηλεκτροδοτήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ηλεκτροδοτήσει
εμείς είχαμε ηλεκτροδοτήσει
εσείς είχατε ηλεκτροδοτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ηλεκτροδοτήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ηλεκτροδοτήσει
εσύ θα έχεις ηλεκτροδοτήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ηλεκτροδοτήσει
εμείς θα έχουμε ηλεκτροδοτήσει
εσείς θα έχετε ηλεκτροδοτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ηλεκτροδοτήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ηλεκτροδοτείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ηλεκτροδότησε
(εσείς) ηλεκτροδοτήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ηλεκτροδοτούμαι
εσύ ηλεκτροδοτείσαι
αυτός/αυτή/αυτό ηλεκτροδοτείται
εμείς ηλεκτροδοτούμαστε
εσείς ηλεκτροδοτείστε
αυτοί/αυτές/αυτά ηλεκτροδοτούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό ηλεκτροδοτούνταν / ηλεκτροδοτείτο
εμείς ηλεκτροδοτούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ηλεκτροδοτούνταν / ηλεκτροδοτούντο

Αόριστος

εγώ ηλεκτροδοτήθηκα
εσύ ηλεκτροδοτήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ηλεκτροδοτήθηκε
εμείς ηλεκτροδοτηθήκαμε
εσείς ηλεκτροδοτηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ηλεκτροδοτήθηκαν / ηλεκτροδοτηθήκαν / ηλεκτροδοτηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ηλεκτροδοτούμαι
εσύ θα ηλεκτροδοτείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ηλεκτροδοτείται
εμείς θα ηλεκτροδοτούμαστε
εσείς θα ηλεκτροδοτείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ηλεκτροδοτούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ηλεκτροδοτηθώ
εσύ θα ηλεκτροδοτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ηλεκτροδοτηθεί
εμείς θα ηλεκτροδοτηθούμε
εσείς θα ηλεκτροδοτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ηλεκτροδοτηθούν / θα ηλεκτροδοτηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ηλεκτροδοτηθώ
εσύ να ηλεκτροδοτηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ηλεκτροδοτηθεί
εμείς να ηλεκτροδοτηθούμε
εσείς να ηλεκτροδοτηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ηλεκτροδοτηθούν / ηλεκτροδοτηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ηλεκτροδοτηθεί
εσύ έχεις ηλεκτροδοτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ηλεκτροδοτηθεί
εμείς έχουμε ηλεκτροδοτηθεί
εσείς έχετε ηλεκτροδοτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ηλεκτροδοτηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ηλεκτροδοτηθεί
εσύ είχες ηλεκτροδοτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ηλεκτροδοτηθεί
εμείς είχαμε ηλεκτροδοτηθεί
εσείς είχατε ηλεκτροδοτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ηλεκτροδοτηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ηλεκτροδοτηθεί
εσύ θα έχεις ηλεκτροδοτηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ηλεκτροδοτηθεί
εμείς θα έχουμε ηλεκτροδοτηθεί
εσείς θα έχετε ηλεκτροδοτηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ηλεκτροδοτηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ηλεκτροδοτείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ηλεκτροδοτήσου
(εσείς) ηλεκτροδοτηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ηλεκτροδοτώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ηλεκτροδοτήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

ηλεκτροδοτούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

ηλεκτροδοτημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ηλεκτροδοτήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ηλεκτροδοτηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.