to delight in pleasure
Πλήρης κλίση του ρήματος ηδονίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ηδονίζομαι
εσύ ηδονίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ηδονίζεται
εμείς ηδονιζόμαστε
εσείς ηδονίζεστε / ηδονιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ηδονίζονται
Παρατατικός
εγώ ηδονιζόμουν / ηδονιζόμουνα
εσύ ηδονιζόσουν / ηδονιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ηδονιζόταν / ηδονιζότανε
εμείς ηδονιζόμασταν / ηδονιζόμαστε
εσείς ηδονιζόσασταν / ηδονιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ηδονίζονταν / ηδονιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ηδονίστηκα
εσύ ηδονίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ηδονίστηκε
εμείς ηδονιστήκαμε
εσείς ηδονιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ηδονίστηκαν / ηδονιστήκαν / ηδονιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ηδονίζομαι
εσύ θα ηδονίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ηδονίζεται
εμείς θα ηδονιζόμαστε
εσείς θα ηδονίζεστε / θα ηδονιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ηδονίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ηδονιστώ
εσύ θα ηδονιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ηδονιστεί
εμείς θα ηδονιστούμε
εσείς θα ηδονιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ηδονιστούν / θα ηδονιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ηδονιστώ
εσύ να ηδονιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ηδονιστεί
εμείς να ηδονιστούμε
εσείς να ηδονιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ηδονιστούν / ηδονιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ηδονιστεί
εσύ έχεις ηδονιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ηδονιστεί
εμείς έχουμε ηδονιστεί
εσείς έχετε ηδονιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ηδονιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ηδονιστεί
εσύ είχες ηδονιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ηδονιστεί
εμείς είχαμε ηδονιστεί
εσείς είχατε ηδονιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ηδονιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ηδονιστεί
εσύ θα έχεις ηδονιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ηδονιστεί
εμείς θα έχουμε ηδονιστεί
εσείς θα έχετε ηδονιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ηδονιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ηδονίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ηδονίσου
(εσείς) ηδονιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
ηδονιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.