to gird, girdle
Πλήρης κλίση του ρήματος ζώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ζώνω
εσύ ζώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ζώνει
εμείς ζώνουμε
εσείς ζώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ζώνουν / ζώνουνε
Παρατατικός
εγώ έζωνα
εσύ έζωνες
αυτός/αυτή/αυτό έζωνε
εμείς ζώναμε
εσείς ζώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά έζωναν / ζώναν / ζώνανε
Αόριστος
εγώ έζωσα
εσύ έζωσες
αυτός/αυτή/αυτό έζωσε
εμείς ζώσαμε
εσείς ζώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έζωσαν / ζώσαν / ζώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ζώνω
εσύ θα ζώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ζώνει
εμείς θα ζώνουμε
εσείς θα ζώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ζώνουν / θα ζώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ζώσω
εσύ θα ζώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ζώσει
εμείς θα ζώσουμε
εσείς θα ζώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ζώσουν / θα ζώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ζώσω
εσύ να ζώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ζώσει
εμείς να ζώσουμε
εσείς να ζώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ζώσουν / ζώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ζώσει
εσύ έχεις ζώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ζώσει
εμείς έχουμε ζώσει
εσείς έχετε ζώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ζώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ζώσει
εσύ είχες ζώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ζώσει
εμείς είχαμε ζώσει
εσείς είχατε ζώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ζώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ζώσει
εσύ θα έχεις ζώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ζώσει
εμείς θα έχουμε ζώσει
εσείς θα έχετε ζώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ζώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ζώνε
(εσείς) ζώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ζώσε
(εσείς) ζώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ζώνομαι
εσύ ζώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ζώνεται
εμείς ζωνόμαστε
εσείς ζώνεστε / ζωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ζώνονται
Παρατατικός
εγώ ζωνόμουν / ζωνόμουνα
εσύ ζωνόσουν / ζωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ζωνόταν / ζωνότανε
εμείς ζωνόμασταν / ζωνόμαστε
εσείς ζωνόσασταν / ζωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ζώνονταν / ζωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ζώστηκα
εσύ ζώστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ζώστηκε
εμείς ζωστήκαμε
εσείς ζωστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ζώστηκαν / ζωστήκαν / ζωστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ζώνομαι
εσύ θα ζώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ζώνεται
εμείς θα ζωνόμαστε
εσείς θα ζώνεστε / θα ζωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ζώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ζωστώ
εσύ θα ζωστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ζωστεί
εμείς θα ζωστούμε
εσείς θα ζωστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ζωστούν / θα ζωστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ζωστώ
εσύ να ζωστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ζωστεί
εμείς να ζωστούμε
εσείς να ζωστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ζωστούν / ζωστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ζωστεί
εσύ έχεις ζωστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ζωστεί
εμείς έχουμε ζωστεί
εσείς έχετε ζωστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ζωστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ζωστεί
εσύ είχες ζωστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ζωστεί
εμείς είχαμε ζωστεί
εσείς είχατε ζωστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ζωστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ζωστεί
εσύ θα έχεις ζωστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ζωστεί
εμείς θα έχουμε ζωστεί
εσείς θα έχετε ζωστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ζωστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ζώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ζώσου
(εσείς) ζωστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ζώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ζώσει
Μετοχή παρακειμένου
ζωσμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ζώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ζωστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.