Κλίση του ρήματος ζυγίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ζυγίζω
to weigh
Πλήρης κλίση του ρήματος ζυγίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ζυγίζω
εσύ ζυγίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ζυγίζει
εμείς ζυγίζουμε
εσείς ζυγίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ζυγίζουν / ζυγίζουνε

Παρατατικός

εγώ ζύγιζα
εσύ ζύγιζες
αυτός/αυτή/αυτό ζύγιζε
εμείς ζυγίζαμε
εσείς ζυγίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ζύγιζαν / ζυγίζαν / ζυγίζανε

Αόριστος

εγώ ζύγισα
εσύ ζύγισες
αυτός/αυτή/αυτό ζύγισε
εμείς ζυγίσαμε
εσείς ζυγίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ζύγισαν / ζυγίσαν / ζυγίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ζυγίζω
εσύ θα ζυγίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ζυγίζει
εμείς θα ζυγίζουμε
εσείς θα ζυγίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ζυγίζουν / θα ζυγίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ζυγίσω
εσύ θα ζυγίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ζυγίσει
εμείς θα ζυγίσουμε
εσείς θα ζυγίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ζυγίσουν / θα ζυγίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ζυγίσω
εσύ να ζυγίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ζυγίσει
εμείς να ζυγίσουμε
εσείς να ζυγίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ζυγίσουν / ζυγίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ζυγίσει
εσύ έχεις ζυγίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ζυγίσει
εμείς έχουμε ζυγίσει
εσείς έχετε ζυγίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ζυγίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ζυγίσει
εσύ είχες ζυγίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ζυγίσει
εμείς είχαμε ζυγίσει
εσείς είχατε ζυγίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ζυγίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ζυγίσει
εσύ θα έχεις ζυγίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ζυγίσει
εμείς θα έχουμε ζυγίσει
εσείς θα έχετε ζυγίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ζυγίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ζύγιζε
(εσείς) ζυγίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ζύγισε
(εσείς) ζυγίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ζυγίζομαι
εσύ ζυγίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ζυγίζεται
εμείς ζυγιζόμαστε
εσείς ζυγίζεστε / ζυγιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ζυγίζονται

Παρατατικός

εγώ ζυγιζόμουν / ζυγιζόμουνα
εσύ ζυγιζόσουν / ζυγιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ζυγιζόταν / ζυγιζότανε
εμείς ζυγιζόμασταν / ζυγιζόμαστε
εσείς ζυγιζόσασταν / ζυγιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ζυγίζονταν / ζυγιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ ζυγίστηκα
εσύ ζυγίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ζυγίστηκε
εμείς ζυγιστήκαμε
εσείς ζυγιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ζυγίστηκαν / ζυγιστήκαν / ζυγιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ζυγίζομαι
εσύ θα ζυγίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ζυγίζεται
εμείς θα ζυγιζόμαστε
εσείς θα ζυγίζεστε / θα ζυγιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ζυγίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ζυγιστώ
εσύ θα ζυγιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ζυγιστεί
εμείς θα ζυγιστούμε
εσείς θα ζυγιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ζυγιστούν / θα ζυγιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ζυγιστώ
εσύ να ζυγιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ζυγιστεί
εμείς να ζυγιστούμε
εσείς να ζυγιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ζυγιστούν / ζυγιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ζυγιστεί
εσύ έχεις ζυγιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ζυγιστεί
εμείς έχουμε ζυγιστεί
εσείς έχετε ζυγιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ζυγιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ζυγιστεί
εσύ είχες ζυγιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ζυγιστεί
εμείς είχαμε ζυγιστεί
εσείς είχατε ζυγιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ζυγιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ζυγιστεί
εσύ θα έχεις ζυγιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ζυγιστεί
εμείς θα έχουμε ζυγιστεί
εσείς θα έχετε ζυγιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ζυγιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ζυγίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ζυγίσου
(εσείς) ζυγιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ζυγίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ζυγίσει

Μετοχή παρακειμένου

ζυγισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ζυγίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ζυγιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.