to cheer (to applaud or encourage with cheers or shouts)
Πλήρης κλίση του ρήματος ζητωκραυγάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ζητωκραυγάζω
εσύ ζητωκραυγάζεις
αυτός/αυτή/αυτό ζητωκραυγάζει
εμείς ζητωκραυγάζουμε
εσείς ζητωκραυγάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ζητωκραυγάζουν / ζητωκραυγάζουνε
Παρατατικός
εγώ ζητωκραύγαζα
εσύ ζητωκραύγαζες
αυτός/αυτή/αυτό ζητωκραύγαζε
εμείς ζητωκραυγάζαμε
εσείς ζητωκραυγάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ζητωκραύγαζαν / ζητωκραυγάζαν / ζητωκραυγάζανε
Αόριστος
εγώ ζητωκραύγασα
εσύ ζητωκραύγασες
αυτός/αυτή/αυτό ζητωκραύγασε
εμείς ζητωκραυγάσαμε
εσείς ζητωκραυγάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ζητωκραύγασαν / ζητωκραυγάσαν / ζητωκραυγάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ζητωκραυγάζω
εσύ θα ζητωκραυγάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ζητωκραυγάζει
εμείς θα ζητωκραυγάζουμε
εσείς θα ζητωκραυγάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ζητωκραυγάζουν / θα ζητωκραυγάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ζητωκραυγάσω
εσύ θα ζητωκραυγάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ζητωκραυγάσει
εμείς θα ζητωκραυγάσουμε
εσείς θα ζητωκραυγάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ζητωκραυγάσουν / θα ζητωκραυγάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ζητωκραυγάσω
εσύ να ζητωκραυγάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ζητωκραυγάσει
εμείς να ζητωκραυγάσουμε
εσείς να ζητωκραυγάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ζητωκραυγάσουν / ζητωκραυγάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ζητωκραυγάσει
εσύ έχεις ζητωκραυγάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ζητωκραυγάσει
εμείς έχουμε ζητωκραυγάσει
εσείς έχετε ζητωκραυγάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ζητωκραυγάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ζητωκραυγάσει
εσύ είχες ζητωκραυγάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ζητωκραυγάσει
εμείς είχαμε ζητωκραυγάσει
εσείς είχατε ζητωκραυγάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ζητωκραυγάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ζητωκραυγάσει
εσύ θα έχεις ζητωκραυγάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ζητωκραυγάσει
εμείς θα έχουμε ζητωκραυγάσει
εσείς θα έχετε ζητωκραυγάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ζητωκραυγάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ζητωκραύγαζε
(εσείς) ζητωκραυγάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ζητωκραύγασε
(εσείς) ζητωκραυγάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ζητωκραυγάζοντας / έχοντας ζητωκραυγάσει
Απαρέμφατο
ζητωκραυγάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.