Κλίση του ρήματος ζητιανεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ζητιανεύω
to beg, to panhandle
Πλήρης κλίση του ρήματος ζητιανεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ζητιανεύω
εσύ ζητιανεύεις
αυτός/αυτή/αυτό ζητιανεύει
εμείς ζητιανεύουμε
εσείς ζητιανεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά ζητιανεύουν / ζητιανεύουνε

Παρατατικός

εγώ ζητιάνευα
εσύ ζητιάνευες
αυτός/αυτή/αυτό ζητιάνευε
εμείς ζητιανεύαμε
εσείς ζητιανεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά ζητιάνευαν / ζητιανεύαν / ζητιανεύανε

Αόριστος

εγώ ζητιάνεψα
εσύ ζητιάνεψες
αυτός/αυτή/αυτό ζητιάνεψε
εμείς ζητιανέψαμε
εσείς ζητιανέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά ζητιάνεψαν / ζητιανέψαν / ζητιανέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ζητιανεύω
εσύ θα ζητιανεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ζητιανεύει
εμείς θα ζητιανεύουμε
εσείς θα ζητιανεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ζητιανεύουν / θα ζητιανεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ζητιανέψω
εσύ θα ζητιανέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ζητιανέψει
εμείς θα ζητιανέψουμε
εσείς θα ζητιανέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ζητιανέψουν / θα ζητιανέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ζητιανέψω
εσύ να ζητιανέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να ζητιανέψει
εμείς να ζητιανέψουμε
εσείς να ζητιανέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ζητιανέψουν / ζητιανέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ζητιανέψει
εσύ έχεις ζητιανέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ζητιανέψει
εμείς έχουμε ζητιανέψει
εσείς έχετε ζητιανέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ζητιανέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ζητιανέψει
εσύ είχες ζητιανέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ζητιανέψει
εμείς είχαμε ζητιανέψει
εσείς είχατε ζητιανέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ζητιανέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ζητιανέψει
εσύ θα έχεις ζητιανέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ζητιανέψει
εμείς θα έχουμε ζητιανέψει
εσείς θα έχετε ζητιανέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ζητιανέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ζητιάνευε
(εσείς) ζητιανεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ζητιάνεψε / ζητιάνευ' ¹
(εσείς) ζητιανέψτε / ζητιανεύτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ζητιανεύοντας / έχοντας ζητιανέψει

Απαρέμφατο

ζητιανέψει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.