to sugar (to coat or sprinkle with sugar)
Πλήρης κλίση του ρήματος ζαχαρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ζαχαρώνω
εσύ ζαχαρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ζαχαρώνει
εμείς ζαχαρώνουμε
εσείς ζαχαρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ζαχαρώνουν / ζαχαρώνουνε
Παρατατικός
εγώ ζαχάρωνα
εσύ ζαχάρωνες
αυτός/αυτή/αυτό ζαχάρωνε
εμείς ζαχαρώναμε
εσείς ζαχαρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ζαχάρωναν / ζαχαρώναν / ζαχαρώνανε
Αόριστος
εγώ ζαχάρωσα
εσύ ζαχάρωσες
αυτός/αυτή/αυτό ζαχάρωσε
εμείς ζαχαρώσαμε
εσείς ζαχαρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ζαχάρωσαν / ζαχαρώσαν / ζαχαρώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ζαχαρώνω
εσύ θα ζαχαρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ζαχαρώνει
εμείς θα ζαχαρώνουμε
εσείς θα ζαχαρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ζαχαρώνουν / θα ζαχαρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ζαχαρώσω
εσύ θα ζαχαρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ζαχαρώσει
εμείς θα ζαχαρώσουμε
εσείς θα ζαχαρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ζαχαρώσουν / θα ζαχαρώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ζαχαρώσω
εσύ να ζαχαρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ζαχαρώσει
εμείς να ζαχαρώσουμε
εσείς να ζαχαρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ζαχαρώσουν / ζαχαρώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ζαχαρώσει
εσύ έχεις ζαχαρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ζαχαρώσει
εμείς έχουμε ζαχαρώσει
εσείς έχετε ζαχαρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ζαχαρώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ζαχαρώσει
εσύ είχες ζαχαρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ζαχαρώσει
εμείς είχαμε ζαχαρώσει
εσείς είχατε ζαχαρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ζαχαρώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ζαχαρώσει
εσύ θα έχεις ζαχαρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ζαχαρώσει
εμείς θα έχουμε ζαχαρώσει
εσείς θα έχετε ζαχαρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ζαχαρώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ζαχάρωνε
(εσείς) ζαχαρώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ζαχάρωσε
(εσείς) ζαχαρώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ζαχαρώνομαι
εσύ ζαχαρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ζαχαρώνεται
εμείς ζαχαρωνόμαστε
εσείς ζαχαρώνεστε / ζαχαρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ζαχαρώνονται
Παρατατικός
εγώ ζαχαρωνόμουν / ζαχαρωνόμουνα
εσύ ζαχαρωνόσουν / ζαχαρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ζαχαρωνόταν / ζαχαρωνότανε
εμείς ζαχαρωνόμασταν / ζαχαρωνόμαστε
εσείς ζαχαρωνόσασταν / ζαχαρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ζαχαρώνονταν / ζαχαρωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ζαχαρώθηκα
εσύ ζαχαρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ζαχαρώθηκε
εμείς ζαχαρωθήκαμε
εσείς ζαχαρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ζαχαρώθηκαν / ζαχαρωθήκαν / ζαχαρωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ζαχαρώνομαι
εσύ θα ζαχαρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ζαχαρώνεται
εμείς θα ζαχαρωνόμαστε
εσείς θα ζαχαρώνεστε / θα ζαχαρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ζαχαρώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ζαχαρωθώ
εσύ θα ζαχαρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ζαχαρωθεί
εμείς θα ζαχαρωθούμε
εσείς θα ζαχαρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ζαχαρωθούν / θα ζαχαρωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ζαχαρωθώ
εσύ να ζαχαρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ζαχαρωθεί
εμείς να ζαχαρωθούμε
εσείς να ζαχαρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ζαχαρωθούν / ζαχαρωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ζαχαρωθεί
εσύ έχεις ζαχαρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ζαχαρωθεί
εμείς έχουμε ζαχαρωθεί
εσείς έχετε ζαχαρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ζαχαρωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ζαχαρωθεί
εσύ είχες ζαχαρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ζαχαρωθεί
εμείς είχαμε ζαχαρωθεί
εσείς είχατε ζαχαρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ζαχαρωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ζαχαρωθεί
εσύ θα έχεις ζαχαρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ζαχαρωθεί
εμείς θα έχουμε ζαχαρωθεί
εσείς θα έχετε ζαχαρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ζαχαρωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ζαχαρώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ζαχαρώσου
(εσείς) ζαχαρωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ζαχαρώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ζαχαρώσει
Μετοχή παρακειμένου
ζαχαρωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ζαχαρώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ζαχαρωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.