to make dizzy
Πλήρης κλίση του ρήματος ζαλίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ζαλίζω
εσύ ζαλίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ζαλίζει
εμείς ζαλίζουμε
εσείς ζαλίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ζαλίζουν / ζαλίζουνε
Παρατατικός
εγώ ζάλιζα
εσύ ζάλιζες
αυτός/αυτή/αυτό ζάλιζε
εμείς ζαλίζαμε
εσείς ζαλίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ζάλιζαν / ζαλίζαν / ζαλίζανε
Αόριστος
εγώ ζάλισα
εσύ ζάλισες
αυτός/αυτή/αυτό ζάλισε
εμείς ζαλίσαμε
εσείς ζαλίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ζάλισαν / ζαλίσαν / ζαλίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ζαλίζω
εσύ θα ζαλίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ζαλίζει
εμείς θα ζαλίζουμε
εσείς θα ζαλίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ζαλίζουν / θα ζαλίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ζαλίσω
εσύ θα ζαλίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ζαλίσει
εμείς θα ζαλίσουμε
εσείς θα ζαλίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ζαλίσουν / θα ζαλίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ζαλίσω
εσύ να ζαλίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ζαλίσει
εμείς να ζαλίσουμε
εσείς να ζαλίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ζαλίσουν / ζαλίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ζαλίσει
εσύ έχεις ζαλίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ζαλίσει
εμείς έχουμε ζαλίσει
εσείς έχετε ζαλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ζαλίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ζαλίσει
εσύ είχες ζαλίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ζαλίσει
εμείς είχαμε ζαλίσει
εσείς είχατε ζαλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ζαλίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ζαλίσει
εσύ θα έχεις ζαλίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ζαλίσει
εμείς θα έχουμε ζαλίσει
εσείς θα έχετε ζαλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ζαλίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ζάλιζε
(εσείς) ζαλίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ζάλισε
(εσείς) ζαλίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ζαλίζομαι
εσύ ζαλίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ζαλίζεται
εμείς ζαλιζόμαστε
εσείς ζαλίζεστε / ζαλιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ζαλίζονται
Παρατατικός
εγώ ζαλιζόμουν / ζαλιζόμουνα
εσύ ζαλιζόσουν / ζαλιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ζαλιζόταν / ζαλιζότανε
εμείς ζαλιζόμασταν / ζαλιζόμαστε
εσείς ζαλιζόσασταν / ζαλιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ζαλίζονταν / ζαλιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ζαλίστηκα
εσύ ζαλίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ζαλίστηκε
εμείς ζαλιστήκαμε
εσείς ζαλιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ζαλίστηκαν / ζαλιστήκαν / ζαλιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ζαλίζομαι
εσύ θα ζαλίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ζαλίζεται
εμείς θα ζαλιζόμαστε
εσείς θα ζαλίζεστε / θα ζαλιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ζαλίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ζαλιστώ
εσύ θα ζαλιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ζαλιστεί
εμείς θα ζαλιστούμε
εσείς θα ζαλιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ζαλιστούν / θα ζαλιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ζαλιστώ
εσύ να ζαλιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ζαλιστεί
εμείς να ζαλιστούμε
εσείς να ζαλιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ζαλιστούν / ζαλιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ζαλιστεί
εσύ έχεις ζαλιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ζαλιστεί
εμείς έχουμε ζαλιστεί
εσείς έχετε ζαλιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ζαλιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ζαλιστεί
εσύ είχες ζαλιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ζαλιστεί
εμείς είχαμε ζαλιστεί
εσείς είχατε ζαλιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ζαλιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ζαλιστεί
εσύ θα έχεις ζαλιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ζαλιστεί
εμείς θα έχουμε ζαλιστεί
εσείς θα έχετε ζαλιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ζαλιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ζαλίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ζαλίσου
(εσείς) ζαλιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ζαλίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ζαλίσει
Μετοχή παρακειμένου
ζαλισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ζαλίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ζαλιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.