to supply
Πλήρης κλίση του ρήματος εφοδιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εφοδιάζω
εσύ εφοδιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό εφοδιάζει
εμείς εφοδιάζουμε
εσείς εφοδιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά εφοδιάζουν / εφοδιάζουνε
Παρατατικός
εγώ εφοδίαζα
εσύ εφοδίαζες
αυτός/αυτή/αυτό εφοδίαζε
εμείς εφοδιάζαμε
εσείς εφοδιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά εφοδίαζαν / εφοδιάζαν / εφοδιάζανε
Αόριστος
εγώ εφοδίασα
εσύ εφοδίασες
αυτός/αυτή/αυτό εφοδίασε
εμείς εφοδιάσαμε
εσείς εφοδιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εφοδίασαν / εφοδιάσαν / εφοδιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εφοδιάζω
εσύ θα εφοδιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εφοδιάζει
εμείς θα εφοδιάζουμε
εσείς θα εφοδιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εφοδιάζουν / θα εφοδιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εφοδιάσω
εσύ θα εφοδιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εφοδιάσει
εμείς θα εφοδιάσουμε
εσείς θα εφοδιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εφοδιάσουν / θα εφοδιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εφοδιάσω
εσύ να εφοδιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εφοδιάσει
εμείς να εφοδιάσουμε
εσείς να εφοδιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εφοδιάσουν / εφοδιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εφοδιάσει
εσύ έχεις εφοδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εφοδιάσει
εμείς έχουμε εφοδιάσει
εσείς έχετε εφοδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εφοδιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εφοδιάσει
εσύ είχες εφοδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εφοδιάσει
εμείς είχαμε εφοδιάσει
εσείς είχατε εφοδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εφοδιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εφοδιάσει
εσύ θα έχεις εφοδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εφοδιάσει
εμείς θα έχουμε εφοδιάσει
εσείς θα έχετε εφοδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εφοδιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) εφοδίαζε
(εσείς) εφοδιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εφοδίασε
(εσείς) εφοδιάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εφοδιάζομαι
εσύ εφοδιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εφοδιάζεται
εμείς εφοδιαζόμαστε
εσείς εφοδιάζεστε / εφοδιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εφοδιάζονται
Παρατατικός
εγώ εφοδιαζόμουν / εφοδιαζόμουνα
εσύ εφοδιαζόσουν / εφοδιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εφοδιαζόταν / εφοδιαζότανε
εμείς εφοδιαζόμασταν / εφοδιαζόμαστε
εσείς εφοδιαζόσασταν / εφοδιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εφοδιάζονταν / εφοδιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ εφοδιάστηκα
εσύ εφοδιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό εφοδιάστηκε
εμείς εφοδιαστήκαμε
εσείς εφοδιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εφοδιάστηκαν / εφοδιαστήκαν / εφοδιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εφοδιάζομαι
εσύ θα εφοδιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εφοδιάζεται
εμείς θα εφοδιαζόμαστε
εσείς θα εφοδιάζεστε / θα εφοδιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εφοδιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εφοδιαστώ
εσύ θα εφοδιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εφοδιαστεί
εμείς θα εφοδιαστούμε
εσείς θα εφοδιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εφοδιαστούν / θα εφοδιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εφοδιαστώ
εσύ να εφοδιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να εφοδιαστεί
εμείς να εφοδιαστούμε
εσείς να εφοδιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εφοδιαστούν / εφοδιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εφοδιαστεί
εσύ έχεις εφοδιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εφοδιαστεί
εμείς έχουμε εφοδιαστεί
εσείς έχετε εφοδιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εφοδιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εφοδιαστεί
εσύ είχες εφοδιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εφοδιαστεί
εμείς είχαμε εφοδιαστεί
εσείς είχατε εφοδιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εφοδιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εφοδιαστεί
εσύ θα έχεις εφοδιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εφοδιαστεί
εμείς θα έχουμε εφοδιαστεί
εσείς θα έχετε εφοδιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εφοδιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εφοδιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εφοδιάσου
(εσείς) εφοδιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εφοδιάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εφοδιάσει
Μετοχή παρακειμένου
εφοδιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εφοδιάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εφοδιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.