to hit the target
Πλήρης κλίση του ρήματος ευστοχώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ευστοχώ
εσύ ευστοχείς
αυτός/αυτή/αυτό ευστοχεί
εμείς ευστοχούμε
εσείς ευστοχείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ευστοχούν / ευστοχούνε
Παρατατικός
εγώ ευστοχούσα
εσύ ευστοχούσες
αυτός/αυτή/αυτό ευστοχούσε
εμείς ευστοχούσαμε
εσείς ευστοχούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ευστοχούσαν / ευστοχούσανε
Αόριστος
εγώ ευστόχησα
εσύ ευστόχησες
αυτός/αυτή/αυτό ευστόχησε
εμείς ευστοχήσαμε
εσείς ευστοχήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ευστόχησαν / ευστοχήσαν / ευστοχήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ευστοχώ
εσύ θα ευστοχείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ευστοχεί
εμείς θα ευστοχούμε
εσείς θα ευστοχείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ευστοχούν / θα ευστοχούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ευστοχήσω
εσύ θα ευστοχήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ευστοχήσει
εμείς θα ευστοχήσουμε
εσείς θα ευστοχήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ευστοχήσουν / θα ευστοχήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ευστοχήσω
εσύ να ευστοχήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ευστοχήσει
εμείς να ευστοχήσουμε
εσείς να ευστοχήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ευστοχήσουν / ευστοχήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ευστοχήσει
εσύ έχεις ευστοχήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ευστοχήσει
εμείς έχουμε ευστοχήσει
εσείς έχετε ευστοχήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ευστοχήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ευστοχήσει
εσύ είχες ευστοχήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ευστοχήσει
εμείς είχαμε ευστοχήσει
εσείς είχατε ευστοχήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ευστοχήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ευστοχήσει
εσύ θα έχεις ευστοχήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ευστοχήσει
εμείς θα έχουμε ευστοχήσει
εσείς θα έχετε ευστοχήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ευστοχήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ευστοχείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ευστόχησε
(εσείς) ευστοχήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ευστοχώντας / έχοντας ευστοχήσει
Απαρέμφατο
ευστοχήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.