Κλίση του ρήματος ευθυγραμμίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ευθυγραμμίζω
to align (to adjust to a line; to range or form in line; to bring into line)
Πλήρης κλίση του ρήματος ευθυγραμμίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ευθυγραμμίζω
εσύ ευθυγραμμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ευθυγραμμίζει
εμείς ευθυγραμμίζουμε
εσείς ευθυγραμμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ευθυγραμμίζουν / ευθυγραμμίζουνε

Παρατατικός

εγώ ευθυγράμμιζα
εσύ ευθυγράμμιζες
αυτός/αυτή/αυτό ευθυγράμμιζε
εμείς ευθυγραμμίζαμε
εσείς ευθυγραμμίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ευθυγράμμιζαν / ευθυγραμμίζαν / ευθυγραμμίζανε

Αόριστος

εγώ ευθυγράμμισα
εσύ ευθυγράμμισες
αυτός/αυτή/αυτό ευθυγράμμισε
εμείς ευθυγραμμίσαμε
εσείς ευθυγραμμίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ευθυγράμμισαν / ευθυγραμμίσαν / ευθυγραμμίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ευθυγραμμίζω
εσύ θα ευθυγραμμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ευθυγραμμίζει
εμείς θα ευθυγραμμίζουμε
εσείς θα ευθυγραμμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ευθυγραμμίζουν / θα ευθυγραμμίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ευθυγραμμίσω
εσύ θα ευθυγραμμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ευθυγραμμίσει
εμείς θα ευθυγραμμίσουμε
εσείς θα ευθυγραμμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ευθυγραμμίσουν / θα ευθυγραμμίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ευθυγραμμίσω
εσύ να ευθυγραμμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ευθυγραμμίσει
εμείς να ευθυγραμμίσουμε
εσείς να ευθυγραμμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ευθυγραμμίσουν / ευθυγραμμίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ευθυγραμμίσει
εσύ έχεις ευθυγραμμίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ευθυγραμμίσει
εμείς έχουμε ευθυγραμμίσει
εσείς έχετε ευθυγραμμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ευθυγραμμίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ευθυγραμμίσει
εσύ είχες ευθυγραμμίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ευθυγραμμίσει
εμείς είχαμε ευθυγραμμίσει
εσείς είχατε ευθυγραμμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ευθυγραμμίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ευθυγραμμίσει
εσύ θα έχεις ευθυγραμμίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ευθυγραμμίσει
εμείς θα έχουμε ευθυγραμμίσει
εσείς θα έχετε ευθυγραμμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ευθυγραμμίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ευθυγράμμιζε
(εσείς) ευθυγραμμίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ευθυγράμμισε
(εσείς) ευθυγραμμίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ευθυγραμμίζομαι
εσύ ευθυγραμμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ευθυγραμμίζεται
εμείς ευθυγραμμιζόμαστε
εσείς ευθυγραμμίζεστε / ευθυγραμμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ευθυγραμμίζονται

Παρατατικός

εγώ ευθυγραμμιζόμουν / ευθυγραμμιζόμουνα
εσύ ευθυγραμμιζόσουν / ευθυγραμμιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ευθυγραμμιζόταν / ευθυγραμμιζότανε
εμείς ευθυγραμμιζόμασταν / ευθυγραμμιζόμαστε
εσείς ευθυγραμμιζόσασταν / ευθυγραμμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ευθυγραμμίζονταν / ευθυγραμμιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ ευθυγραμμίστηκα
εσύ ευθυγραμμίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ευθυγραμμίστηκε
εμείς ευθυγραμμιστήκαμε
εσείς ευθυγραμμιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ευθυγραμμίστηκαν / ευθυγραμμιστήκαν / ευθυγραμμιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ευθυγραμμίζομαι
εσύ θα ευθυγραμμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ευθυγραμμίζεται
εμείς θα ευθυγραμμιζόμαστε
εσείς θα ευθυγραμμίζεστε / θα ευθυγραμμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ευθυγραμμίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ευθυγραμμιστώ
εσύ θα ευθυγραμμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ευθυγραμμιστεί
εμείς θα ευθυγραμμιστούμε
εσείς θα ευθυγραμμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ευθυγραμμιστούν / θα ευθυγραμμιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ευθυγραμμιστώ
εσύ να ευθυγραμμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ευθυγραμμιστεί
εμείς να ευθυγραμμιστούμε
εσείς να ευθυγραμμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ευθυγραμμιστούν / ευθυγραμμιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ευθυγραμμιστεί
εσύ έχεις ευθυγραμμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ευθυγραμμιστεί
εμείς έχουμε ευθυγραμμιστεί
εσείς έχετε ευθυγραμμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ευθυγραμμιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ευθυγραμμιστεί
εσύ είχες ευθυγραμμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ευθυγραμμιστεί
εμείς είχαμε ευθυγραμμιστεί
εσείς είχατε ευθυγραμμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ευθυγραμμιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ευθυγραμμιστεί
εσύ θα έχεις ευθυγραμμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ευθυγραμμιστεί
εμείς θα έχουμε ευθυγραμμιστεί
εσείς θα έχετε ευθυγραμμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ευθυγραμμιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ευθυγραμμίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ευθυγραμμίσου
(εσείς) ευθυγραμμιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ευθυγραμμίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ευθυγραμμίσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

ευθυγραμμιζόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

ευθυγραμμισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ευθυγραμμίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ευθυγραμμιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.